Φρ. Ν. Μπαμπέφ, ο «Προμηθέας του Προλεταριάτου» – Μέρος 2ο

Από τη «Λέσχη του Πανθέου» στην «Λέσχη των Ίσων» και η καταστολή της «Συνωμοσίας του Μπαμπέφ»

Διαβάστε το 1ο Μέρος

Ήδη μερικές ημέρες πριν από την διάλυση της «Λέσχης του Πανθέου», ο Μπαμπέφ κατεζητείτο από την αστυνομία και συνεπώς ίδρυσε την νέα οργάνωση και συντόνιζε τις ενέργειές της από το παρισινό κρησφύγετο του, και από εκεί επίσης σύστησε στις 30 Μαρτίου το 7μελές «Μυστικό Διευθυντήριο» της οργάνωσης.

Φρ. Ν. Μπαμπέφ, ο «Προμηθέας του Προλεταριάτου» - Μέρος 2οΤο καθεστωτικό «Διευθυντήριο» έχοντας αποφασίσει να κλείσει το ενοχλητικό «Βήμα του Λαού», είχε στείλει στα μέσα του Φεβρουαρίου έναν αξιωματούχο του στο σπίτι του Μπαμπέφ με εντολή να κατάσχει ό,τι αφορούσε την εφημερίδα, όμως ο Μπαμπέφ αντιστάθηκε κι αφού τον χτύπησε τον πέταξε στο δρόμο.

Αντιμετωπίζοντας την άμεση σύλληψη και φυλάκισή του, ο Μπαμπέφ κατέφυγε στο σπίτι του ράφτη Τισώ, που του είχε συστήσει ο «ροβεσπιεριστής» Augustin Alexandre Darthe ενώ η αστυνομία συνέλαβε και φυλάκισε αντ’ αυτού την σύζυγο και τα παιδιά του.

Από την παρανομία ο Μπαμπέφ κατόρθωσε να εκδώσει μερικά ακόμη τεύχη του «Βήματος του Λαού», μέχρι το τελευταίο 43ο τεύχος, υποστηριζόμενος οικονομικά από μέλη της «Λέσχης του Πανθέου» και ομοϊδεάτες του από το Αρράς.

Στο 40ο τεύχος ο Μπαμπέφ κάλεσε ενυπόγραφα τον λαό σε εξέγερση και απεκάλεσε την κυβέρνηση:

«Μαέστρους της πείνας, αιματοπότες, τυράννους, δήμιους, απατεώνες και τσαρλατάνους»,

στο δε τελευταίο 43ο «πύρινο» τεύχος στις 16 Απριλίου 1796, επετέθηκε για μία ακόμη φορά στην τυραννία του «Διευθυντηρίου»:

«Όλα έχουν τελειώσει. Η τρομοκρατία ενάντια στον λαό είναι η έννομη τάξη του σήμερα. Δεν μας επιτρέπεται πια να μιλάμε, δεν μας επιτρέπεται πια να διαβάζουμε, δεν μας επιτρέπεται πια να σκεπτόμαστε, δεν μας επιτρέπεται πια να δείχνουμε ότι υποφέρουμε. Δεν μας επιτρέπεται να παραδεχόμαστε ότι ζούμε υπό τον ζυγό των πιο απαίσιων τυράννων.»

Σχεδόν αμέσως μετά το τελευταίο τεύχος του «Βήματος του Λαού» η «Λέσχη των Ίσων» εξέδωσε το «Μανιφέστο των Ίσων» του ουτοπικού σοσιαλιστή κι αναρχικού ποιητή Sylvain Marechal, αρχισυντάκτη του επαναστατικού περιοδικού «Ο Πρόσκοπος του Λαού», που μοιραζόταν από χέρι σε χέρι και στα λίγα τεύχη που εξέδωσε είχε γράψει άρθρα και ο Μπαμπέφ.

Φρ. Ν. Μπαμπέφ, ο «Προμηθέας του Προλεταριάτου» - Μέρος 2οΣτο «Μανιφέστο» του Μαρεσάλ η ατομική ιδιοκτησία δεχόταν ανοικτή επίθεση στο όνομα της Φύσης και επίσης εγείρονταν σαφείς απαιτήσεις για αγροτική μεταρρύθμιση, Δημοκρατία και ισότητα:

«Λαέ της Γαλλίας! Επί 15 αιώνες έζησες σκλάβος και, κατά συνέπεια, δυστυχισμένος. Τα τελευταία 6 χρόνια όμως, περιμένεις ανυπόμονα να αποκτήσεις επιτέλους την ανεξαρτησία, την ελευθερία και την ισότητα. Ισότητα! Η πρώτη επιθυμία της Φύσης, η πρώτη ανάγκη του ανθρώπου, ο πρώτος κόμπος της κάθε αξιοπρεπούς σχέσης…

Η Γαλλική Επανάσταση δεν ήταν παρά ο προάγγελος μιας επόμενης επανάστασης, πολύ πιο μεγάλης και πιο σοβαρής, η οποία και θα είναι η τελευταία. Ο λαός παρέλασε πάνω από τα κουφάρια των βασιλιάδων και των παπάδων που τόλμησαν να συμπαραταχθούν εναντίον του.

Το ίδιο θα πράξει και με τους νέους τυράννους του, με τους νέους πολιτικούς Ταρτούφους που έχουν θρονιαστεί στους θώκους των παλαιών… Συκοφάντες του αγώνα μας πολιτικοί, σωπάστε! Στην σιωπή της σύγχυσής σας ακούστε τα αιτήματά μας, αιτήματα που τα υπαγόρευσε η Φύση και τα στηρίζει η έννοια της Δικαιοσύνης.»

Για την «Λέσχη των Ίσων» η δημοκρατία δίχως οικονομική ανατροπή ισοδυναμούσε με κανονική δουλεία, συνεπώς έπρεπε να εγκαθιδρυθεί κοινοκτημοσύνη, γενική υποχρέωση στην εργασία και πλήρης κοινωνική ισότητα, ενώ επίσης έπρεπε να καταδικαστεί η φιλοδοξία και ο εγωϊσμός, με παράλληλη προώθηση ενός απλού και ηθικού τρόπου ζωής και μίας διαπαιδαγώγησης των νέων που θα ήταν ικανή να δημιουργήσει ισχυρούς χαρακτήρες.

Η ιδεολογία του Μπαμπέφ («Μπαμπεφισμός») εξέφραζε έναν πρωτότυπο αγροτικό σοσιαλισμό, που αντιστρατευόταν την βιομηχανία, το εμπόριο και τον αστισμό και στηριζόταν στην λιτότητα και την απλή ζωή.

Ο Μπαμπέφ έθετε ως σκοπό την άμεση επαναστατική κατάληψη της εξουσίας από τον λαό, την πλήρη κοινωνική αναδιοργάνωση και την ανακατανομή της ιδιοκτησίας της γης:

«Mακριά από εμάς αυτή η μικρόψυχη ατολμία που θα μας κάνει να πιστέψουμε ότι δήθεν μόνοι μας δεν έχουμε τη δύναμη να κατορθώσουμε το παραμικρό, ότι δήθεν πρέπει να έχουμε πάντα κάποιον κυβερνήτη. Οι κυβερνήτες ενδιαφέρονται για επαναστάσεις μόνο στο μέτρο που αυτές ίσως τους δώσουν δυνατότητα να κυβερνήσουν».

Για το ζήτημα της ιδιοκτησίας έγραφε το 1795:

«Τον άνθρωπο που πεινάει ή έχει άμεσες βιοτικές ανάγκες, δεν τον βοηθάει μία πνευματική μόνον ισότητα. Αυτή την ισότητα την έχει ούτως ή άλλως στην φυσική του κατάσταση… Το πρώτο και πιο επικίνδυνο από όσα υπάρχουν γύρω μας, και επιπλέον το πιο ανήθικο, είναι το υποτιθέμενο δικαίωμα στην ιδιοκτησία. Ποιο είναι όμως αυτό το περίφημο δικαίωμα… εκτός από την απόλυτη επικράτηση του νόμου του πιο ισχυρού;»

και για το ζήτημα της ευτυχίας:

«Η ευτυχία! Ρωτήστε όποιον υποφέρει από πείνα, από δίψα, από κρύο, από υπερβολική κούραση ή από την ίδια την άγνοιά του, τι σημαίνει ευτυχία. Η απάντηση θα είναι καθαρή, ακριβής, κατηγορηματική.»

Αρκετοί μετριοπαθείς Ιακωβίνοι αρνήθηκαν να προσχωρήσουν στην «Λέσχη των Ίσων», καταγγέλλοντας μάλιστα τόσο τον ίδιο όσο και τον ομοϊδεάτη του Λεμπουά ως «μαχαιροβγάλτες»,

Φρ. Ν. Μπαμπέφ, ο «Προμηθέας του Προλεταριάτου» - Μέρος 2οωστόσο αυτό δεν εμπόδισε τον Μαμπέφ να ιδρύσει, πυρήνες της οργάνωσης σε όλο το Παρίσι και να δημοσιεύει υπό το ψευδώνυμο «Lalande, στρατιώτης της πατρίδας» αρκετά κείμενά του στην παράνομη επαναστατική εφημερίδα «Ο Πρόσκοπος του Λαού» του Μαρεσάλ.

Σε πολλά καφενεία του Παρισιού τραγουδιόταν το τραγούδι που ο ίδιος είχε συνθέσει «Πεθαίνοντας από πείνα, πεθαίνοντας από κρύο»

και στις 24 Απρίλη κυκλοφορούσαν έντονες φήμες ότι τα στρατεύματα της Γκρενέλ, επρόκειτο να στασιάσουν κατά του «Διευθυντηρίου», ειδικά μετά το κάλεσμα του Λεμπουά μέσω της εφημερίδας «Ο φίλος του λαού», που προέτρεπε ανοικτά τον στρατό σε στάση.

Λίγες ημέρες πριν, στις 11 Απριλίου, όλο το κέντρο του Παρισιού είχε γεμίσει αφίσες, όπου κάτω από τον τίτλο «Ανάλυση της Διδασκαλίας του Μπαμπέφ» γινόταν για μία ακόμη φορά επίκληση στο Σύνταγμα του 1793 και, στο όνομα της Φύσης, δεχόταν ευθεία επίθεση η οικονομική ανισότητα και η ιδιοκτησία.

Η καταστολή της «Συνωμοσίας του Μπαμπέφ»

Oι Hoppner περιγράφουν το παράνομο κίνημα του Μπαμπέφ με τα παρακάτω λόγια:

«Ήταν οργανωμένο σε μικρές ομάδες, που δεν γνωρίζονταν μεταξύ τους, ώστε η ενδεχόμενη ανακάλυψή τους δεν μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο την όλη οργάνωση. Οι καθοδηγητές των ομάδων εργάζονταν σε όλες τις συνοικίες της πόλης και, μέσω διασυνδέσεων, διατηρούσαν την συνεχή τους επικοινωνία με τη μυστική Κεντρική Επιτροπή.

Διέδιδαν προπαγανδιστικό υλικό και ενημέρωναν την Κεντρική Επιτροπή για τις διαθέσεις των λαϊκών μαζών, για τον αριθμό των ήδη ενταγμένων μελών, αλλά και των συμπαθούντων. Η Κεντρική Επιτροπή συνεδρίαζε σε διάφορα σπίτια και ένα από τα μέλη της φρόντιζε για την ογκώδη αλληλογραφία με τους οπαδούς στα τμήματα και στις βόρειες συνοικίες.»

Η «Λέσχη των Ίσων» ήταν όμως ήδη διαβρωμένη από τον μυστικό πράκτορα του «Διευθυντηρίου» πρώην λοχαγό Georges Grisel, ο οποίος όχι μόνο είχε γίνει μέλος του 7μελούς «Μυστικού Διευθυντηρίου» της οργάνωσης, αλλά και «Αρμόδιος Οπλισμού», υπεύθυνος δηλαδή να επιτεθεί σε στρατιωτικές εγκαταστάσεις κατά το ξέσπασμα της επανάστασης για να αρπάξει όπλα και να τα διανείμει στους επαναστάτες.

Μετά από τις αναφορές του καταδότη ο υπουργός πολέμου Καρνό (Carnot) προσωπικά έδωσε εντολή στον νεαρό τότε στρατηγό Ναπολέοντα Βοναπάρτη να διαλύσει την οργάνωση και να συλλάβει τους ηγέτες της.

Φρ. Ν. Μπαμπέφ, ο «Προμηθέας του Προλεταριάτου» - Μέρος 1οΟ ίδιος ο Μπαμπέφ συνελήφθη στις 10 Μαϊου 1796, την παραμονή της προγραμματισμένης από την οργάνωση ένοπλης εξέγερσης, στο κρυσφήγετό του στο σπίτι του ράφτη Τισώ.

Μαζί του πιάστηκαν οι Ωγκυστέν Νταρτέ και Φίλιππος Μπουοναρρότι, που από κοινού προσπαθούσαν να συντάξουν το επαναστατικό μανιφέστο, το οποίο θα κυκλοφορούσαν την επόμενη ημέρα ανάμεσα στον παρισινό λαό.

Την ίδια ημέρα συνελήφθησαν ενώ συνεδρίαζαν και φυλακίστηκαν στο Abbaye οι υπόλοιποι ηγέτες της συνωμοσίας Σαρλ Ζερμαίν, Ιουστίνος Μορουά κι o Πιερ Αντουάν ντ’ Αντονέλ (πρώην μαρκήσιος, πρόεδρος του Επαναστατικού Δικαστηρίου που καταδίκασε την Μαρία Αντουανέτα και τους Γιρονδίνους),

καθώς και οι πρώην Ιακωβίνοι βουλευτές Λιντέ (πρώην μέλος της «Επιτροπής Κοινής Σωτηρίας» επί «Τρόμου»), Αμάρ και Βαντιέ (πρώην μέλη της «Επιτροπής Γενικής Ασφαλείας»  επί «Τρόμου» ωστόσο ο Βαντιέ ήταν εχθρός του Ροβεσπιέρου), o «ροβεσπιεριστής» Bertrand de Lyon καθώς και ο Ζαν – Μπαπτίστ Ντρουέ (μέλος και γραμματέας του «Συμβουλίου των Πεντακοσίων») και άλλοι.

Στις 26 Μαϊου 1796 100 περίπου πρώην μέλη της «Λέσχης του Πανθέου» επεχείρησαν ανεπιτυχώς να εξεγείρουν τον λαό και να απελευθερώσουν τους κρατούμενους.

Στις 27 Αυγούστου 1796 άπαντες οι κρατούμενοι συνωμότες, όπως και δεκάδες άλλοι πραγματικοί ή όχι συνεργάτες τους (ανάμεσά τους και ο οικοδεσπότης του Ροβεσπιέρου Ντυπλαί με τον υιό του),

μεταφέρθηκαν σαν ζώα μέσα σε σιδερένια κλουβιά, όπως και οι οικογένειές των περισσότερων από αυτούς, στις φυλακές της Βαντόμ, με μυστική διαταγή του «Διευθυντηρίου», το οποίο γνώριζε από τους χαφιέδες του ότι στις 27 και 28 του μηνός οι ομοϊδεάτες τους θα επιχειρούσαν μία ακόμη λαϊκή εξέγερση με σκοπό την απελευθέρωσή τους.

Δέκα ημέρες νωρίτερα ωστόσο, στις 17 Αυγούστου, ο Ντρουέ είχε διευκολυνθεί από το μέλος του «Διευθυντηρίου» Μπαρράς να δραπετεύσει και να φύγει στην Ελβετία.

Η λαϊκή εξέγερση επιχειρήθηκε τελικά στις 7 Σεπτεμβρίου από χίλιους περίπου ένοπλους παρισινούς Ιακωβίνους, οι οποίοι είχαν ως σχέδιο την απελευθέρωση των κρατουμένων μετά από έλεγχο της πρωτεύουσας με νυκτερινή κατάληψη του ανακτόρου του Λούξεμπουργκ που αποτελούσε την έδρα του «Διευθυντηρίου» και ταυτόχρονο προσεταιρισμό των δυσαρεστημένων στρατευμάτων της Γκρενέλ.

Φρ. Ν. Μπαμπέφ, ο «Προμηθέας του Προλεταριάτου» - Μέρος 2οΤο σχέδιο όμως είχε καταδοθεί από χαφιέδες στο «Διευθυντήριο», του οποίου η έδρα φυλασσόταν από πολυάριθμη φρουρά, ενώ στην Γκρενέλ οι δυσαρεστημένοι στρατιωτικοί είχαν εξουδετερωθεί και έτσι οι επαναστάτες βρέθηκαν αντιμέτωποι τα  πυρά των στρατιωτών του ταγματάρχη Μαρλό.

Με βαριές απώλειες (100 νεκρούς και βαριά τραυματίες) οι Ιακωβίνοι διαλύθηκαν κι η επιχείρηση, την οποία ο Bax θεωρεί ως:

«Tο τελευταίο επεισόδιο της Γαλλικής Επανάστασης»,

απέτυχε παταγωδώς.

Η κυβέρνηση φυσικά εκμεταλλεύθηκε τα γεγονότα και διέταξε την άμεση σύλληψη όλων των ομοϊδεατών των επαναστατών στο Παρίσι και τα περίχωρα.

Συνελήφθησαν και φυλακίστηκαν συνολικά 800 περίπου άτομα, που δικάστηκαν από έκτακτα στρατοδικεία και 30 θανατώθηκαν έξω από την Γκρενέλ, ενώ εκατοντάδες άλλοι καταδικάστηκαν σε πολυετείς φυλακίσεις και εξορία.

Ο μόνος που τόλμησε να υπερασπιστεί του τελευταίους Ιακωβίνους ήταν ο αποσυρμένος πια από την πολιτική πρώην δήμαρχος του Παρισιού Πας και φυλακισμένος επί Ροβεσπιέρου, Σαιν Ζυστ και Κουτόν, ο οποίος εξέδωσε μία επώνυμη μπροσούρα.

Ολοκληρώνεται με το 3ο Μέρος

Με στοιχεία από το Λαιμητόμος Αρετή

Ροβεσπιέρος

Print Friendly, PDF & Email
(Visited 52 times, 1 visits today)