«Επαναστάτης» βασιβουζούκος της Σούλας Τρόμπα

«Επαναστάτης» βασιβουζούκος
Print Friendly, PDF & Email

Μια ξεχωριστή μέρα από τη ζωή του «επαναστάτη» βασιβουζούκου

Ο «επαναστάτης» βασιβουζούκος ξύπνησε σχετικά νωρίς. Έβαλε καφέ στην κούπα με το επαναστατικό σύμβολο, τράβηξε μια φωτογραφία της κούπας και την ανάρτησε στο φέισμπουκ. Έπειτα, άνοιξε την επαναστατική εφημερίδα, έριξε μια ματιά, την δίπλωσε με τρόπο που να φαίνεται ο τίτλος της και την απόθεσε δίπλα στη γάτα.

Έβγαλε μια άλλη φωτογραφία, με τη γάτα δίπλα στην επαναστατική εφημερίδα και την ανάρτησε κι αυτήν, στο φέισμπουκ. Ήπιε μια γουλιά απ’ τον καφέ του κι ανάρτησε ακόμη πέντε φωτογραφίες. Αυτή τη φορά απ’ τη νιότη του, σε συγκεντρώσεις. Ίσα που ‘χε προλάβει τις έγχρωμες. Ένιωσε ικανοποιημένος.

Είχε ξημερώσει μια ξεχωριστή μέρα στη ζωή του. Είχε την επέτειο της γνωριμίας του με τον μεγάλο του έρωτα.

«Θα βγεις;», τον ρώτησε η γυναίκα του.
«Ναι, έχω δουλειά στο γραφείο μέχρι αργά», απάντησε ο «επαναστάτης» κι ένας κόμπος συγκίνησης και πόθου ασυγκράτητου στάθηκε στο λαιμό του, καθώς κρεμάστηκε στη σκέψη του η μορφή της αγαπημένης του.

Τέλειωσε τον καφέ του, μέτρησε τα λάικς από τις επτά αναρτήσεις, χαμογέλασε ικανοποιημένος, φίλησε τη γυναίκα του και τράβηξε για το παραλιακό καφέ όπου θα αγνάντευε το όνειρο με την αγαπημένη του, να πλέει κάπου στα βαθιά. Το όνειρο, όχι η αγαπημένη, που δυστυχώς δεν επέπλεε γιατί δεν ήξερε κολύμπι.

Την αγαπούσε τη θάλασσα ο «επαναστάτης» βασιβουζούκος. Την αγαπούσε αλλά δεν την χαιρόταν.

«Επαναστάτης» βασιβουζούκοςΤόσες υποχρεώσεις, γυναίκα, παιδιά, εγγόνια, ερωμένη, άλλες υποψήφιες, τα κοινωνικά – επαναστατικά καθήκοντα, τα αλληλέγγυα βάρη, οι κατά ριπές αναρτήσεις, αλλά κι η καυλοπυρέσουσσα κι ασυγκράτητη λίμπιντο δεν του άφηναν χρόνο για να αφεθεί στην αγκάλη της. Δεν τον ένοιαζε όμως. Του αρκούσε ένα ξεροκόμματο, ένα κομμάτι τυρί (φέτα βαρελίσια) και μισή ντομάτα.

Έκανε να φύγει, αλλά καθώς έβγαλε τα κλειδιά του κρεμάστηκαν τα έξι επαναστατικά μπρελόκ που είχε περασμένα μαζί τους. Γύρισε, τα φωτογράφισε κι ανάρτησε κι αυτήν τη φωτογραφία. Το ρίγος της επαναστατικής συγκίνησης διαπέρασε το πληθωρικό κορμί του.

Μπήκε στο αυτοκίνητο και τράβηξε για την παραλία. Συνάντησε τον έρωτα τού δείλι της ζωής του (κι αυτή σουρούπωνε εδώ και καιρό) σ’ ένα παραλιακό καφέ. Της πρόσφερε την «18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη», με δύο καρδούλες στο εξώφυλλο και της απάγγειλε προσφάτως συλημένο και λίαν επαναστατικό ποίημα δικής του εμπνεύσεως.

Η αγαπημένη του δάκρυσε, δυο γλάροι πέταξαν κρώζοντας ξαφνιασμένοι κι ο σερβιτόρος που για κακή του τύχη άκουσε την απαγγελία δήλωσε αμέσως παραίτηση.

Αυτοί απόμειναν να πίνουν τον ντε καφεϊνέ, χάζευαν τις βάρκες κι έκαναν όνειρα.

Συνέχισαν σε παραλιακή ψαροταβέρνα με εκλεκτά εδέσματα. Μία καλαμαράκια κατεψυγμένα, μία γαύρο, πατάτες τηγανητές και χωριάτικη.

Το απόγευμα έκοψαν την τούρτα στο διπλό κρεβάτι γνωστής γαμιστρώνας της παραλιακής. Έπειτα βαρυστομαχιασμένοι – τους πιρούνιασε κι η υγρασία τόσες ώρες στη θάλασσα, είχε πάρει κι η τούρτα να “αρπάζει” απ’ τις ώρες που την κουβάλαγε στη ζέστη και τους “έκοψε”, πήραν έναν υπνάκο.

Η νύχτα τους βρήκε σε μπυραρία να κοιτιούνται στα μάτια, όταν τα κατάφερναν. Ως παλαιάς κοπής άντρας, πλήρωσε τους καφέδες, όπως αργότερα πλήρωσε τα εκλεκτά εδέσματα, την τούρτα, τη γαμιστρώνα και τις μπύρες.

Ο «επαναστάτης» βασιβουζούκος γύρισε σπίτι του περασμένα μεσάνυχτα. Άνοιξε τον υπολογιστή του, χάζεψε τις λεπτομερείς αναρτήσεις της αγαπημένης του για τα περί της χρονιάρας μέρας, σχολίασε τα πρέποντα, έβαλε λάικς και καρδούλες, ανάρτησε ακόμη μια φωτογραφία του από συγκέντρωση κι έπεσε δίπλα στη γυναίκα του για ύπνο.

Σούλα Τρόμπα: «Ιστορίες απ’ το φέισμπουκ»