Η ίδρυση του Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος Ελλάδας (Β’)

100 Χρόνια ΚΚΕ – Το χρονικό του Α’ Συνεδρίου του ΣΕΚΕ

Συνέχεια από το Α’ Μέρος

Επισημαίνεται η αδυναμία του ΣΕΚΕ να διαμορφώσει επαναστατική στρατηγική, παρά το γεγονός ότι θα αποτελούσε υπερβολή η αξίωση να είχε φτάσει το ΣΕΚΕ σε τέτοιο επίπεδο ωρίμανσης τη στιγμή που πήγαινε να κάνει το πρώτο βήμα του.

Η ίδρυση του Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος Ελλάδας (Β')Από τη μια, υπήρχαν οι αντικειμενικοί εσωτερικοί και διεθνείς παράγοντες ωρίμανσής του ως εργατικής επαναστατικής πρωτοπορίας.

Από την άλλη, στο εσωτερικό του, μαζί με την επαναστατική πτέρυγα συνυπήρχαν πολιτικά ανώριμες και σοσιαλδημοκρατικές δυνάμεις.

Τις τελευταίες επιχειρούσε να αξιοποιεί η αστική τάξη, ειδικότερα η ηγεσία των Φιλελευθέρων (Ελ. Βενιζέλος), με στόχο να χειραγωγήσει το νέο κόμμα από τη γέννα του

και να εγκλωβίσει τα πρωτοπόρα στοιχεία του εργατικού κινήματος σε μια πολιτική διεκδίκησης φιλολαϊκών μεταρρυθμίσεων στο πλαίσιο της αστικής δημοκρατίας.

Ενδεικτικά, την επομένη της λήξης του Συνεδρίου δημοσιεύτηκε στον «Ριζοσπάστη» η έκκληση της νεοσυσταθείσας «Ελληνικής Ενώσεως των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτου», υπογεγραμμένη από βενιζελικούς και σοσιαλδημοκράτες:

«Η Ελληνική Ενωσις προς υπεράσπισιν των δικαιωμάτων του ανθρώπου και του πολίτου εδημιουργήθη με την πρόθεσιν να διαδώσει το αίσθημα του φανατισμού προς διεκδίκησιν των δικαιωμάτων του ατόμου και του πολίτου.

Διά διδασκαλιών δε και διαλέξεων να γνωρίση την έκτασιν των δικαιωμάτων του λαού προς συμμετοχήν του εις τα της διοικήσεως αλλά και τον έλεγχον των κυβερνώντων, αλλά και να αγωνισθή προς απόκτησιν του κατάλληλου πολιτειακού οργανισμού εξασφαλίζοντος τας ελευθερίας αλλά και τον αλληλοέλεγχον των εξουσιών…»18

Η επιδίωξη του Βενιζέλου

Και βέβαια, δεν επρόκειτο για ένα μεμονωμένο γεγονός.

Γενικότερα, ο Ελ. Βενιζέλος θεωρούσε ότι ο προσεταιρισμός των σοσιαλιστών θα ήταν πιο εφικτός στην περίπτωση συνένωσής τους σε ένα ενιαίο κόμμα.

Εξάλλου, θεωρούσε κρίσιμη την ύπαρξη σοσιαλιστικού κόμματος για την ενσωμάτωση της εργατικής τάξης στις αστικές επιδιώξεις, αλλά και για την προώθηση των εγχώριων αστικών διεκδικήσεων στα διεθνή συνέδρια των Ευρωπαίων σοσιαλδημοκρατών.

Η ίδρυση του Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος Ελλάδας (Β')Ο Αβραάμ Μπεναρόγια αναφέρεται σε συνάντηση που είχε με τον Βενιζέλο αντιπροσωπεία της Φεντερασιόν πριν από την ίδρυση του ΣΕΚΕ:

«Η συνάντησις με τον κ. Βενιζέλο έγινε στο πίσω δωμάτιο του Γραφείου του Πρωθυπουργού, παρουσία του κ. Κυριακίδη (ιδιαίτερος Γραμματεύς του Πρωθυπουργού) και Περικλή Αργυρόπουλο, Γεν. Διοικητή Θεσ/νίκης.

Ήταν 1918. Ακόμα επιστεύετο ότι θα γίνη Παγκόσμιο Σοσιαλιστικό Συνέδριο. Και ο Πρωθυπουργός, αφού εχαιρέτησε όλους με χειραψίαν, μας είπε ότι υπάρχει πιθανότης να συνέλθη αυτό το Παγκόσμιον Συνέδριον, και η μεν Βουλγαρία έχει 2 κόμματα σοσιαλιστικά και θα αντιπροσωπευθούν ασφαλώς και τα δύο, η Ελλάς ποιος θα την αντιπροσωπεύση;

Τότε είπα ότι αναλαμβάνωμε να δημιουργήσωμε ένα ηνωμένο σοσιαλιστικό κόμμα και στην Ελλάδα […]. Τότε ο κ. Βενιζέλος μας ρώτησε τι θέλωμε. Και του απαντήσαμε: άρσις της λογοκρισίας και τέρμα στον στρατιωτικόν νόμο […].

Πραγματικά ήρθη ο στρατιωτικός και έπαυσε η λογοκρισία να λειτουργήση […]. Ο Βενιζέλος είχε ολόκληρη παράταξη, μεγαλύτερη και των σοσιαλιστών και πάντα εφάνη πολύ μαλακότερος έναντι των εργατικών ζυμώσεων».19

Έτσι, στο βαθμό που η ίδρυση κόμματος ήταν αναπότρεπτη, ο Βενιζέλος επιδίωκε να βρίσκεται αυτό υπό την επιρροή του.20

Το «μίνιμουμ πρόγραμμα»

Η αστική τάξη έκανε εξαρχής προσπάθεια να χειραγωγήσει το Κόμμα και να το ενσωματώσει. Η προσπάθειά της απέτυχε.

Έτσι, είχε πάντα το ΚΚΕ έξω από το πλαίσιο της νομιμότητάς της, ακόμα και τότε που το Κόμμα ήταν τυπικά νόμιμο, γιατί το ΚΚΕ, παρά τα προβλήματά του, ποτέ δεν εγκατέλειψε ως επιδίωξη το στόχο του σοσιαλισμού.

Η υιοθέτηση από το Α’ Συνέδριο ενός «μεταβατικού» προς το σοσιαλισμό πολιτικού καθεστώτος είχε ως αποτέλεσμα τη συνολική προσαρμογή των στοχεύσεων του Κόμματος, που αποκρυσταλλώθηκε και στην υιοθέτηση του «μίνιμουμ προγράμματος».

Η υιοθέτηση του «μίνιμουμ προγράμματος» ανατροφοδότησε τη διαπάλη, με επίκεντρο το αν τα αιτήματά του αποτελούσαν απαραίτητες προϋποθέσεις του σοσιαλισμού.

Ως προς αυτό, είναι ενδεικτική η αντιπαράθεση για τη σημασία της προτεινόμενης κρατικής συμμετοχής στα κέρδη των μεγάλων κεφαλαιοκρατικών επιχειρήσεων:

Π. Δημητράτος: «Γνωρίζουμε ότι όλοι οι θεωρητικοί σοσιαλισταί παραδέχονται πως από την σημερινήν κοινωνία θα μεταβούμε στην κολλεκτιβίστικη. Το άρθρο [σημ. Δοκιμίου: Περί κρατικής συμμετοχής στα κέρδη των μεγάλων επιχειρήσεων] είναι η προλείανσις του εδάφους». […]

Ν. Δημητράτος. «Εφιστά την προσοχήν επί του γεγονότος ότι και η κυβέρνησις από τινός, εξ ανάγκης ήρχισε να κάμει πρώτον τινά κρατικοποίησιν μέσων παραγωγής, προϊόντων κλπ. Δι’ αυτό ζητεί μεγάλην προσοχήν επί του ζητήματος αυτού διά να μη έλθη […] μεταξύ της εφαρμοζόμενης κρατικοποίησης υπό του κράτους και των ζητούμενων υπό του σοσιαλιστικού προγράμματος».21

Σε αυτό το θέμα είχε τοποθετηθεί πολλά χρόνια νωρίτερα ο Ένγκελς:

«Τελευταία όμως, από τότε που ο Bismarck άρχισε τις κρατικοποιήσεις, εμφανίστηκε ένας ψευτοσοσιαλισμός που εδώ κι εκεί μάλιστα εκφυλίστηκε σε θεληματικό λακεδισμό και που ανακηρύσσει – ούτε λίγο, ούτε πολύ – σαν σοσιαλιστική κάθε κρατικοποίηση, ακόμα και την κρατικοποίηση που κάνει ο Bismarck.

Αν η κρατικοποίηση του καπνού ήταν σοσιαλιστική, τότε και ο Ναπολέοντας και ο Metternich θα καταλογίζονταν αναμφίβολα στους ιδρυτές του σοσιαλισμού».22

Η θέση για την «Κοινωνία των Εθνών»

Η ίδρυση του Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος Ελλάδας (Β')Ωστόσο, το σημαντικότερο αποτύπωμα των ταλαντεύσεων και αντιπαραθέσεων αναφορικά με τη στρατηγική του νεοϊδρυμένου Κόμματος και τη στάση του απέναντι στην αστική εξουσία αφορούσε τον προσανατολισμό του στην εξωτερική πολιτική και ειδικότερα την αντιμετώπιση της νεοϊδρυθείσας «Κοινωνίας των Εθνών».

Πολύ σημαντική ήταν η παρέμβαση του Δ. Λιγδόπουλου από την επαναστατική πτέρυγα, ο οποίος αποτίμησε την «Κοινωνία των Εθνών» ως σύγχρονη «Ιερά Συμμαχία» αφού η πρώτη προσπαθούσε να αποτρέψει τις σοσιαλιστικές επαναστάσεις, όπως η τελευταία τις αστικές:

«Η αστική τάξη τρομαγμένη από τ’ αποτελέσματα [του πολέμου] ζητάει να συγκρατηθεί στην αρχή με κοινωνιολογικά ευαγγέλια. Δεν θάχουμε πια νέους πολέμους, θάχουμε κοινωνία των εθνών. Αυτή θα αποφασίζει για όλες τις διαφορές.

Α! Τώρα έπαψαν πια να μας λεν ότι οι πόλεμοι είναι κακά αναγκαία, ότι πάντοτε θα γίνονται πόλεμοι, ότι είναι ένα καλό ο πόλεμος.

Μα τώρα θα τους πούμε μεις. Ναι, οι πόλεμοι είναι ένα κακό αναγκαίο, ένα κακό επακολούθημα της καπιταλιστικής μορφής της παραγωγής. Δεν θα λείψουν παρά μόνο όταν λείψουν οι αιτίες που είναι η κατασκευή και ο τρόπος παραγωγής της σημερινής κοινωνίας».23

Και συνέχιζε:

«Νομίζω ότι η κοινωνία των εθνών που θα έχει αστούς που κήρυξαν τον πόλεμο, είναι ένας κίνδυνος για την παρεμπόδιση της κοινωνικής επαναστάσεως. Νομίζω γι’ αυτό έχουμε καθήκον να πολεμήσουμε την κοινωνία των εθνών και να τονίσουμε ότι μόνο η εργατική τάξις, που είναι η μόνη που έχει τα ίδια συμφέροντα μπορεί να είναι η ασφαλής για τον κόσμο κοινωνία των εθνών».24

Από τη ρεφορμιστική πτέρυγα, ο Αρ. Σίδερις θεώρησε την «Κοινωνία των Εθνών» εγγύηση για την ειρηνική εφαρμογή του μεταρρυθμιστικού προγράμματος:

«Το μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα είναι εγγύησις για τον αγώνα μας μέσα στην αστική κοινωνία για αυτό εψηφίσαμε την κατάργηση της μυστικής διπλωματίας. Είναι μέσα του αγώνος διά να φέρωμεν την Σοσιαλιστικήν πολιτείαν. Λοιπόν αν το μεταρρυθμιστικόν πρόγραμμα σημαίνει τούτο ως εξωτερική εγγύησις θα είναι η κοινωνία των εθνών».25

Στην ίδια κατεύθυνση ο Γιαννιός υποστήριξε:

«Πρέπει να είμαστε υπέρ της κοινωνίας των εθνών αφού η σοσιαλιστική κοινωνία δεν έγινεν ακόμη. Η κοινωνία των εθνών δεν είναι ως λέγει ο σύντροφος, έργον των αστών. […] άλλωστε την παραδέχθησαν οι σοσιαλισταί αλλού και εμπήκε στα σοσιαλιστικά προγράμματα».26

Η ίδρυση του Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος Ελλάδας (Β')Η ομάδα του Γιαννιού έθεσε ζήτημα αποχώρησης από το Συνέδριο αν δεν αναγνώριζε την «Κοινωνία των Εθνών».

Οι αντιπρόσωποι της Φεντερασιόν απάντησαν ότι δεν δέχονται εκβιασμούς σε σοσιαλιστικό συνέδριο,27

ενώ ο Λιγδόπουλος, περισσότερο ρηξικέλευθος, υποστήριξε πως η σύνδεση των σκοπών του Κόμματος με την «Κοινωνία των Εθνών» αποτελούσε αιτία διάσπασης

και υποστήριξε ότι απέναντί της το Κόμμα όφειλε να ακολουθήσει το παράδειγμα των Μπολσεβίκων και όχι των σοσιαλδημοκρατών:

«Νομίζω ότι αν θέλουμε να θεωρήσωμεν ως βάσιν του κόμματος την κοινωνία των εθνών, πρέπει να χωριστούμε. Αλλοίμονον δε αν σήμερα θέσουμε τέτοιες βάσεις.

Εκείνοι δε που φοβούνται μήπως βρίζονται άλλοι σύντροφοι μ’ αυτή μας την στάση πρέπει να γνωρίζουν ότι δεν είναι σωστό ούτε καλό να βρίζωνται τόσοι και άλλοι σύντροφοι μαξιμαλισταί που αγωνίζονται».28

Η πρώτη ψηφοφορία έληξε με ισοψηφία (13-13) και η «Κοινωνία των Εθνών» έγινε δεκτή κατά πλειοψηφία, μόνο στην περίπτωση που στους κόλπους της συμπεριλάμβανε τα επαναστατημένα έθνη (Σοβιετική Ρωσία, Γερμανία κ.λπ.).29

Η θέση για τον πόλεμο

Εξίσου σημαντική αιτία αντιπαράθεσης αποτέλεσε η τοποθέτηση του ΣΕΚΕ έναντι του στρατού, αλλά και ενός ενδεχόμενου πολέμου.

Οι αντιπρόσωποι της Φεντερασιόν, προεξάρχοντος του Μπεναρόγια και του βουλευτή Κουριέλ, τάχθηκαν υπέρ του αφοπλισμού.30

Αντίθετα, η ομάδα του Γιαννιού υποστήριξε τους αμυντικούς πολέμους, ανανεώνοντας ουσιαστικά τη συνθηματολογία της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας, που συνέβαλε στην αλληλοσφαγή της εργατικής τάξης και στην απόκρουση των σοσιαλιστικών επαναστάσεων:

«Και με αφοπλισμό δεν λύεται το ζήτημα της αμύνης. Πάντοτε θα υπάρχει η ιδέα της αμύνης, εφόσον υπάρχουν άγρια κράτη».31

Οι εκπρόσωποι των Σοσιαλιστικών Νεολαιών απάντησαν από τη σκοπιά του προλεταριακού διεθνισμού.

Ο Σπ. Κομιώτης τάχθηκε υπέρ της μετατροπής του ιμπεριαλιστικού πολέμου σε κοινωνική επανάσταση, ενώ ο Ν. Δημητράτος απέρριψε τον αμυντικό αγώνα λέγοντας:

«Η εργατική τάξις ευρίσκεται νυχθημερόν εις την ιδικήν της άμυναν πολεμώντας το κεφάλαιον και δεν ευκαιρεί να πολεμά, δεν είναι δυνατόν ν’ αφήση την άμυνάν της για να υπερασπισθεί την άμυναν των αστών.

Όταν η εργατική τάξις καταστεί κυρίαρχος τότε μόνον είναι δυνατόν να κοιτάξη τον αγώνα της εθνικής αμύνης, διότι τότε δι’ αυτήν θα υπάρχει πράγματι πόλεμος αμύνης».32

Στην ίδια κατεύθυνση, ο Τζουλάτης υποστήριξε τη λενινιστική διάκριση των πολέμων σε δίκαιους επαναστατικούς και άδικους ιμπεριαλιστικούς:

«Ημείς οι σοσιαλισταί δεν είμαστε φιλειρηνικοί καθώς κοινώς πιστεύεται. Οι πόλεμοι κατά του φεουδαλικού συστήματος ήσαν προοδευτικοί.

Προ 30 και δεν ξέρωμεν πόσων ετών, που οι πόλεμοι γίνονται για τη μοιρασιά, την αρπαγή αποικιών είναι πόλεμοι ιμπεριαλιστικοί. Και ο πόλεμος κατά του αστικού καθεστώτος είναι πόλεμος προοδευτικός.

Μόνο για έναν τέτοιον αγώνα είμαστε υπέρ. Για κάθε άλλο, ό,τι όνομα και αν φέρει, αλλά αποβλέπει στην εξυπηρέτηση αστικών συμφερόντων, πρέπει να είμεθα κατά».33

Η ίδρυση του Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος Ελλάδας (Β')Ωστόσο, οι παραπάνω τοποθετήσεις δεν βρήκαν απήχηση στην πλειοψηφία των συνέδρων και υπερίσχυσαν οι θέσεις της Φεντερασιόν.

Ως αποτέλεσμα, παρά την αποχώρηση της ομάδας Γιαννιού, που κατηγόρησε το ΣΕΚΕ ως όργανο αντεθνικών στοιχείων34 ως θέσεις του Κόμματος προκρίθηκαν:

Η μετατροπή του στρατού σε εθνοφρουρά, ο αφοπλισμός, η αποχώρηση από κάθε πολεμική συμμαχία και η συμμετοχή σε αμυντικούς πολέμους μετά από απόφαση της «Κοινωνίας των Εθνών».35

Επρόκειτο για μια αντιγραφή σοσιαλδημοκρατικών επεξεργασιών.

Όπως τόνισε ο Μπεναρόγια, το Πρόγραμμα που υιοθετήθηκε στο ιδρυτικό Συνέδριο του ΣΕΚΕ ήταν:

«…σχεδόν αντίγραφον του προγράμματος της Γερμανικής Σοσιαλδημοκρατίας, του ψηφισθέντος εις Ερφούρτην».36

Ιδεολογική – πολιτική ανομοιογένεια

Όλα τα παραπάνω φανερώνουν πως η υποστήριξη της Οκτωβριανής Επανάστασης, υπό την επίδραση και της επαναστατικής πτέρυγας του ΣΕΚΕ, δεν συνοδεύτηκε ούτε ήταν αντικειμενικά δυνατό να συνοδευτεί από ιδεολογική – πολιτική ωρίμανση σε βάθος, δηλαδή με τον πλήρη διαχωρισμό από τη σοσιαλδημοκρατία.

Αυτό εξάλλου δεν έγινε κατορθωτό και σε πολλά Κομμουνιστικά Κόμματα, την ίδια περίοδο, που μάλιστα διέθεταν πολύ μεγαλύτερη εμπειρία από τις οργανώσεις που ίδρυσαν το ΣΕΚΕ:

«…ο Γραμματέας του ΚΚ Γαλλίας, ενός εκ των μεγαλύτερων και πλέον «έμπειρων» Κομμουνιστικών Κομμάτων της Ευρώπης, «γράφοντας» στα 40χρονα της Οκτωβριανής Επανάστασης, σημείωνε πως,

η απόφαση της πλειοψηφίας του Σοσιαλιστικού Κόμματος, στο Συνέδριο της Τουρ το 1920, να ταχθεί με τις αρχές της Επανάστασης του Οκτώβρη και της νεοϊδρυμένης Κομμουνιστικής Διεθνούς,

ήταν κυρίως αποτέλεσμα συναισθηματισμού, του ενθουσιασμού της μεγάλης μάζας του Κόμματος και πως τα επόμενα χρόνια μετά από το Συνέδριο της Τουρ ήταν για το Γαλλικό ΚΚ χρόνια μαθητείας».37

Πόσο μάλλον αφού στην Ελλάδα, σε αντίθεση με άλλες ευρωπαϊκές και βαλκανικές χώρες, είχαν καθυστερήσει η διάδοση της κομμουνιστικής ιδεολογίας και η διαμόρφωση σοσιαλδημοκρατικού κόμματος.

Ως συνέπεια, ενώ το 60% των αντιπροσώπων ανήκε στο «κέντρο» ή τη «δεξιά» των Σοσιαλδημοκρατών, το σύνολο των αντιπροσώπων ενέκρινε το Ψήφισμα υπέρ της Οκτωβριανής Επανάστασης.38

Με αυτήν την έννοια, σωστά σημείωνε αργότερα (1927) ο μετέπειτα Γραμματέας του ΣΕΚΕ (1923-1924) Θωμάς Αποστολίδης για τη δραστηριότητα του ΣΕΚΕ τα πρώτα χρόνια μετά την ίδρυσή του:

«Ο τύπος των οργανώσεων γενικά και η δράση ήταν όμοια μ’ εκείνα των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων…»39

Η ιδεολογική – πολιτική ανομοιογένεια του Κόμματος εκφράστηκε και στη σύνθεση των καθοδηγητικών του οργάνων.

Η ίδρυση του Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος Ελλάδας (Β')Στην 5μελή Κεντρική Επιτροπή εκλέχτηκαν οι:

  • Αρίστος Αρβανίτης,
  • Δημοσθένης Λιγδόπουλος,
  • Σταμάτης Κόκκινος,
  • Μιχαήλ Σιδέρης
  • και Νίκος Δημητράτος,

ενώ η Κεντρική Εξελεγκτική Επιτροπή απαρτίστηκε από τους:

  • Γ. Πισπίνη,
  • Αβραάμ Μπεναρόγια
  • και Σπύρο Κομιώτη.

Γραμματέας εκλέχτηκε ο Νίκος Δημητράτος, ενώ διευθυντής της εφημερίδας «Εργατικός Αγών» ορίστηκε ο Δημοσθένης Λιγδόπουλος.

Εκτός από την Κεντρική Επιτροπή, ο Οργανισμός του ΣΕΚΕ (Καταστατικό) προέβλεπε και τη συγκρότηση του Εθνικού Συμβουλίου, που ήταν «το αμέσως μετά το συνέδριο κυρίαρχον σώμα» του Κόμματος.

Στις 14 Νοέμβρη 1918 (με το παλιό ημερολόγιο) πραγματοποιήθηκε η πρώτη συνεδρίαση της ΚΕ του ΣΕΚΕ και της Κεντρικής Εξελεγκτικής Επιτροπής του.

Η ΚΕ αποφάσισε να δεχτεί την εγγραφή στο Κόμμα ως μελών:

«Των συντρόφων οι οποίοι διαμένουν εις μέρη που δεν υπάρχουν οργανώσεις και όμιλοι».40

Προσωρινά η ΚΕ στεγαζόταν στο κτίριο της οδού Ευριπίδου 14, στην Αθήνα.

***

Η ολοκληρωμένη κατάκτηση των επαναστατικών χαρακτηριστικών του ΚΚΕ, ως Κόμματος Νέου Τύπου, δεν ήταν ούτε εξ ορισμού δεδομένη, ούτε και εύκολη υπόθεση.

Οι δυσκολίες για την απόκτηση αυτών των χαρακτηριστικών είχαν ως αφετηρία τη σύνθεση των ομάδων και οργανώσεων που πήραν μέρος στην ίδρυσή του.

Από το ξεκίνημα ήταν αισθητές οι διαφορές τους, στο βαθμό που συμμετείχαν σοσιαλδημοκρατικές δυνάμεις διαφόρων τάσεων.

Έτσι, η διαπάλη στις γραμμές του για τον χαρακτήρα του Κόμματος και τις αρχές του, για τη στρατηγική του, συνεχίστηκε για αρκετά χρόνια.

Η ίδρυση του Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος Ελλάδας (Β')Βάρυνε σε αυτήν και η υποχώρηση της επαναστατικής ανόδου στην Ευρώπη στις αρχές της δεκαετίας του 1920, παράγοντας που επέδρασε και στην ιδεολογική και στρατηγική πορεία της Κομμουνιστικής Διεθνούς.

Σημειώσεις:

[18]. «Ριζοσπάστης», 11/11/1918.
[19]. Αβραάμ Μπεναρόγια, «Ελπίδες και Πλάνες», εκδ. «Στοχαστής», Αθήνα, 1989, σελ. 62 – 63.
[20]. Αγγελος Ελεφάντης, «Η επαγγελία της αδύνατης επανάστασης»,
εκδ. «Ολκός», Αθήνα, 1976, σελ. 24 – 26.

[21]. «Το Πρώτο Συνέδριο του ΣΕΚΕ. Πρακτικά», εκδ. ΚΕ του ΚΚΕ, Αθήνα, 1982.
[22]. Φρίντριχ Ένγκελς, «Η εξέλιξη του σοσιαλισμού από την ουτοπία στην επιστήμη», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 2011, σελ. 97.
[23]. «Το Πρώτο Συνέδριο του ΣΕΚΕ. Πρακτικά», εκδ. ΚΕ του ΚΚΕ, Αθήνα, 1982.
[24]. [25].[26].[27].[28].[29].[30].[31].[32].[33]. Στο ίδιο.
[34]. Αναστάσης Γκίκας, «Ρήξη και ενσωμάτωση», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 2010.
[35]. «Το Πρώτο Συνέδριο του ΣΕΚΕ. Πρακτικά», εκδ. ΚΕ του ΚΚΕ, Αθήνα, 1982.
[36]. Αβραάμ Μπεναρόγια, «Η πρώτη σταδιοδρομία του ελληνικού προλεταριάτου», εκδ. «Κομμούνα», Αθήνα, 1986.
[37]. Αναστάσης Γκίκας, «Ρήξη και ενσωμάτωση», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 2010.
[38]. Στο ίδιο.
[39]. Θ. Αποστολίδης, «Η ιστορία του Κόμματος» όπως παρατίθεται στο: Γιώργης Πικρός, «Οι ρίζες του λαϊκού μας κινήματος 1912 – 1936», τόμ. 1ος, εκδ. «Καρανάσης», Αθήνα, 1978, σελ. 32.
[40]. «Εργατικός Αγών», 18/11/1918.

Πηγή: Ριζοσπάστης

Print Friendly, PDF & Email
(Visited 30 times, 1 visits today)