Το «μαρξιστικό» υπόβαθρο της βλακείας!

Οι βλάκες δεν έχουν κανένα δικαίωμα να προστρέχουν στον Μαρξ για να βρουν υπερασπιστή

Εκείνο που με ζοχαδιάζει στην πολιτική καθημερινότητα, δεν είναι που τα μέλη και οι χειροκροτητές τού ΣυΡιζΑ επιμένουν να αυτοπροσδιορίζονται ως αριστεροί. Αυτό μάλλον με κάνει να γελάω και έχει πάψει να με χαλάει εδώ και πολλά χρόνια.

Εκείνο που πραγματικά με ζοχαδιάζει είναι που οι κάθε λογής γιαλαντζί αριστεροί πιστεύουν ότι οι – θεωρητικές και πρακτικές – παλινδρομήσεις τους έχουν μαρξιστικό υπόβαθρο κι επιμένουν να επικαλούνται είτε τον παππού Κάρολο είτε τον θείο Βλαδίμηρο για να δικαιολογήσουν τις επιλογές τους.

Το «μαρξιστικό» υπόβαθρο της βλακείαςΣ’ αυτές τις λίαν εκνευριστικές περιπτώσεις, η ευγενέστερη αντίδρασή μου προς τον ομιλούντα «αριστερό» είναι ένα απλό «μη λες βλακείες».

Τι είναι βλακεία;

Θεωρητικά, ο όρος αποδίδεται με την περίφραση «ανισορροπία νόησης», εξ ου και ο βλάκας λέγεται και ανισόρροπος.

Με απλούστερο τρόπο, μπορούμε να ορίσουμε ως βλακεία την αδυναμία αντίληψης του σωστού.

Σύνηθες χαρακτηριστικό των βλακών είναι η δευτεροβάθμια βλακεία, δηλαδή η τάση να χαρακτηρίζουν βλάκες εκείνους οι οποίοι πράττουν το σωστό, μόνο και μόνο επειδή η δική τους -αντικειμενικά εσφαλμένη – αντίληψη δεν συμφωνεί με τις επιλογές των άλλων.

Βέβαια, σ’ αυτό το σημείο θα μπορούσε κάποιος να αντιτείνει ότι συχνά το «σωστό» δεν είναι αυστηρά καθορισμένο, με συνέπεια να υπάρχουν περισσότερες από μία σωστές αντιλήψεις του ίδιου θέματος, ανάλογα με την γωνία θέασής του.

Το πρόβλημα, λοιπόν, εστιάζεται στο πόσα «σωστά» υπάρχουν κάθε φορά ή πόσες γωνίες θέασης υπάρχουν κάθε φορά.

Για να μη πλατειάζουμε, αφού η σημερινή μας κουβέντα ξεκίνησε με τις βλακείες περί μαρξισμού, ας μείνουμε όσο γίνεται περισσότρο προσηλωμένοι σ’ αυτόν.

Έτσι, η συζήτηση θα διευκολυνθεί, μιας και στην μαρξιστική ανάλυση χωρούν μόνο δυο γωνίες θέασης:

Η μια από την πλευρά τού κεφαλαίου και η άλλη από την πλευρά τής εργασίας.

Το «μαρξιστικό» υπόβαθρο της βλακείαςΓια το κεφάλαιο, το σωστό είναι ένα και σ’ αυτό συμφωνούν οι πάντες από καταβολής καπιταλισμού: Η μεγιστοποίηση του κέρδους.

Ούτε η κοινωνική ειρήνη, ούτε το ψωμί, η παιδεία και η ελευθερία, ούτε η δουλειά, ούτε η εξάλειψη της φτώχειας, ούτε η προστασία του περιβάλλοντος, ούτε η παγκόσμια ειρήνη, ούτε τα γράμματα και οι τέχνες, ούτε… ούτε… ούτε…

Για το κεφάλαιο, σωστό είναι μόνο ό,τι οδηγεί στο αβγάτεμά του. Όχι θεωρητικά ή σε επίπεδο ευχολογίων και οραματισμών αλλά χειροπιαστά.

Για τον καπιταλιστή, το κέρδος δεν είναι η «επουράνιος βασιλεία», ώστε σήμερα να υπομένει βασάνους και θυσίες προκειμένου αύριο να κερδίσει τον «φωτοστέφανον της δόξης».

Το κέρδος πρέπει να είναι ανά πάσα στιγμή μετρήσιμο και επιτεύξιμο με την απλότητα που εκφράζει το παροιμιώδες «τρεις το λάδι, τρεις το ξίδι, έξι το λαδόξυδο».

Για το κεφάλαιο, το κέρδος είναι το μόνο ζητούμενο και ο μόνος λόγος ύπαρξής του. Αν το κεφάλαιο πάψει να παράγει κέρδος, παύει ταυτόχρονα να υφίσταται και ως κεφάλαιο.

Με άλλα λόγια, για το κεφάλαιο είναι σωστό ό,τι παράγει κέρδος, διότι έτσι εξυπηρετείται η ύπαρξή του.

Ως εκ τούτου, όλα τα άλλα είναι αμελητέα και ακατανόητα: ειρήνη, παιδεία, περιβάλλον, υγεία, πολιτισμός…

Έπαψε ποτέ κανείς να ανασαίνει με την σκέψη ότι η αναπνοή του παραγει διοξείδιο του άνθρακα, το οποίο είναι επιβλαβές για το περιβάλλον; Όχι. Γιατί να κάνει κάτι τέτοιο το κεφάλαιο;

Το «μαρξιστικό» υπόβαθρο της βλακείαςΑπό την άλλη πλευρά υπάρχει η εργασία. Το πρόβλημα με την εργασία δεν είναι αυτό καθαυτό το περιεχόμενό της, μιας και αυτό παραμένει σταθερό, ανεξάρτητα αν το πολιτικό και κοινωνικό περιβάλλον είναι δουλοκτητικό, φεουδαρχικό, καπιταλιστικό ή κομμουνιστικό.

Το πρόβλημα είναι ότι δεν είναι απρόσωπη, όπως το κεφάλαιο. Πίσω της υπάρχει απτός ο εργάτης, με σώμα και νου.

Με σώμα που κουράζεται, πεινάει κι αρρωσταίνει και με νου που σκέφτεται, ανησυχεί, φοβάται, σκοτίζεται, νοιάζεται κι αγωνιά για χιλιάδες πράγματα.

Έτσι, ενώ το κεφάλαιο δεν έχει πρόβλημα με την «σωστή» επιλογή (εφ’ όσον ως τέτοια νοείται εκείνη που μεγιστοποιεί το κέρδος), η εργασία δυσκολεύεται να αποφασίσει καθώς πρέπει να συγκεράσει πολλά δεδομένα, συχνά διιστάμενα, προκειμένου να κάνει την σωστή επιλογή σε πραγματικά δύσκολα διλήμματα, όπως:

«Απεργός ή απεργοσπάστης;», «αποδοχή μείωσης μισθού για να μη κλείσει η επιχείρηση ή όχι;», «επίσχεση εργασίας ή συνέχισή της με την ελπίδα ότι κάποια στιγμή θα έρθει και η αμοιβή;» κλπ.

Πέρα και πάνω από αυτά τα όντως δύσκολα διλήμματα, υπάρχει και κάτι που είναι αντικειμενικά σωστό για τον εργάτη: να χρησιμοποιεί την εργατική του δύναμη για λογαριασμό του και όχι για λογαριασμό τού κεφαλαίου.

Με άλλα λόγια, είναι καίριο γι’ αυτόν να συνειδητοποιήσει ότι, όποιες κι αν είναι οι επί μέρους επιλογές του, αυτές δεν μπορεί να είναι σωστές εφ’ όσον εξυπηρετούν εκείνο που θεωρεί σωστό το κεφάλαιο, δηλαδή το καπιταλιστικό κέρδος.

Τότε και μόνο τότε θα καταλάβει ότι:

μέσα σε ένα καπιταλιστικό περιβάλλον είναι αδύνατο να χρησιμοποιήσει την δύναμή του για την δική του ανάπτυξη και προκοπή.

Συμπεράσματα;

Το «μαρξιστικό» υπόβαθρο της βλακείαςΚατά πρώτον, η αδυναμία κατανόησης της ορθότητας της τελευταίας αποστροφής, συνιστά βλακεία.

Παράλληλα, η πεποίθηση ότι το κεφάλαιο έχει την ίδια αδυναμία, συνιστά δευτεροβάθμια βλακεία.

Κατ’ επέκταση, το παραμύθιασμα των εργαζομένων ότι η δική τους ανάπτυξη βρίσκεται σε ευθεία και ανάλογη σχέση με την κερδοφορία τού κεφαλαίου (δηλαδή, ότι αυτό που είναι σωστό για το κεφάλαιο, είναι σωστό και για την εργασία), συνιστά εξαπάτηση σε βαθμό εγκλήματος.

Και οι εγκληματίες δεν έχουν κανένα δικαίωμα να προστρέχουν στον Μαρξ για να βρουν υπερασπιστή. Όπως και οι βλάκες, άλλωστε.

Πηγή: Cogito Ergo Sum

Print Friendly, PDF & Email
(Visited 122 times, 1 visits today)