Κάπου κάποιοι πρόσφυγες – Μέρος 7ο

Συνέχεια από το 6ο Μέρος

Κι ενώ το καζάνι βράζει σε ολόκληρη την Μικρασία, οι φιλοβασιλικές κυβερνήσεις του Δημητρίου Γούναρη κάνουν ό,τι μπορούν για να καταστρέψουν ό,τι μπορεί να καταστραφεί.

Δεν θα αναλύσουμε εδώ τα λάθη της μικρασιατικής εκστρατείας, τα οποία επιτάχυναν την κατάρρευση. Θα εξετάσουμε μόνο την στάση της εξουσίας απέναντι στους μικρασιάτες έλληνες.

Από τη «Μεγάλη Ιδέα» στη Μικρασιατική Καταστροφή – Επίλογος
Κάπου κάποιοι πρόσφυγες – Μέρος 7ο

Η ουσία είναι ότι η κυβέρνηση τα έχει κάνει ρόιδο.

Δεν είναι μόνο το γεγονός ότι, με ξεκάθαρα κομματικά κριτήρια, ξήλωσε από τον στρατό όλους τους μπαρουτοκαπνισμένους αξιωματικούς και τους αντικατέστησε με άκαπνους – ως επί το πλείστον – χαρτογιακάδες[1] ούτε το ότι οι χειρισμοί της στο ζήτημα της Μικράς Ασίας αλλά και της ανατολικής Θράκης (με την ιδέα «να πάρουμε την Πόλη») την οδήγησαν σε διεθνή απομόνωση.

Κυρίως, είναι το εγκληματικό της σφάλμα να μην ακούει τις φωνές όσων πράγματι νοιάζονται για τους έλληνες της περιοχής.

Το μόνο που φαίνεται να την ενδιαφέρει είναι να μη φύγουν για κανέναν λόγο οι έλληνες από τα μικρασιατικά παράλια.

Τρανό παράδειγμα των παραπάνω αποτελεί η εντολή του Δ. Γούναρη προς τον ύπατο αρμοστή της Σμύρνης Αριστείδη Στεργιάδη να αφοπλισθεί η πολιτοφυλακή, απόφαση που ο Στεργιάδης έσπευσε να υλοποιήσει.

Ο Γούναρης ονειρευόταν την σύσταση αυτόνομου πολυφυλετικού κράτους στην περιοχή και, ως εκ τούτου, επιζητούσε την ειρηνική συνύπαρξη ελλήνων και τούρκων.

Μόνο που οι τούρκοι μπορούσαν εύκολα και ανά πάσα στιγμή να προμηθευτούν όπλα από τους ομοεθνείς τους.

Όταν ο μητροπολίτης Εφέσου Χρυσόστομος (ο κατοπινός αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρυσόστομος Β’, τον οποίο απομάκρυνε η Χούντα) παρατήρησε ότι οι τούρκοι είναι οπλισμένοι μέχρι τα δόντια και θα σκοτωθούν χιλιάδες ελλήνων, ο Στεργιάδης απάντησε ότι οι τούρκοι δεν θα τολμούσαν να προχωρήσουν σε σφαγές τον 20ο αιώνα.

Πολιτική τύφλωση ή κάτι άλλο;

Πίσω, στην Αθήνα, η κυβέρνηση επιλέγει να τηρήσει σιγήν ιχθύος, λογοκρίνοντας μάλιστα όλες τις ειδήσεις από την Ανατολή.

Και όχι απλώς δεν ενημερώνει ούτε την βουλή αλλά, η απάντησή της σε σχετικές ερωτήσεις της βενιζελικής αντιπολίτευσης είναι ότι δεν πρέπει να δώσει απάντηση!

Κάπου κάποιοι πρόσφυγες – Μέρος 7ο
Σμύρνη, Οκτώβριος 1920: Η βενιζελική στρατιωτική και πολιτική ηγεσία της περιοχής.[2]
Η συζήτηση κατά την συνεδρίαση της βουλής στις 29 Ιουνίου 1922, όπως την καταγράφει η εφημερίδα «Εμπρός» την επόμενη μέρα, είναι αποκαλυπτική (οι υπογραμμίσεις ανήκουν στην εφημερίδα):

– «Ο κ. Λεβίδης, λαμβάνων τον λόγον προ της Ημερησίας Διατάξεως, λέγει ότι 25 πληρεξούσιοι υπέβαλον κατά την συνεδρίασιν της 22 Ιουνίου ερώτησιν προς την Κυβέρνησιν, διά της οποίας παρεκάλουν αυτήν να δηλώση προς την Εθνοσυνέλευσιν πότε σκοπεί ίνα καταστήση αυτήν ενήμερον της θέσεως των εθνικών ζητημάτων κ.λπ. […]

Ήδη, εξακολουθεί ο κ. Λεβίδης, παρελθουσών 8 ημερών, νομίζομεν ότι δυνάμεθα και δικαιούμεθα να ερωτήσωμεν την Κυβέρνησιν: α’) Δύναται, άνευ ζημίας των εθνικών συμφερόντων, ν’ απαντήση εις την ερώτηση ημών; […]»

– «Ο κ. Αργυρόπουλος λέγει ότι δεν δυνάμεθα να παρέλθωμεν εν σιγή την σιγήν της Κυβερνήσεως […] περί του πότε η Κυβέρνησις θα ευαρεστηθή να καταστήση ημίν γνωστάς τας αντιλήψεις της επί του Εθνικού ζητήματος. Από μακρών μηνών η εθνική αντιπροσωπεία παρακολουθεί το εθνικό ζήτημα από των εφημερίδων και μόνον, από τούτων αρυομένη τας πληροφορίας της…»

Η απάντησις του κ. Πρωθυπουργού

– «Πρωτοπαπαδάκης: […] Ομολογώ ότι η Κυβέρνησις θα ήτο ευτυχής αν ηδύνατο ταύτην την στιγμήν άνευ βλάβης των εθνικών συμφερόντων, ν’ ανακοινώση εις την Συνέλευσιν την θέσιν εις την οποίαν ευρίσκεται το εθνικόν μας ζήτημα. […] δύναται η Κυβέρνησις να παράσχη σήμερον πληροφορίας τινάς εις την Συνέλευσιν;

Εις τούτο απαντώ όχι, ταύτην τη στιγμήν η Κυβέρνησις νομίζει ότι οιαδήποτε ανακοίνωσις, η οποία θα εγίνετο εις την Συνέλευσιν επί του εθνικού ζητήματος, θα παρέβλαπτε τούτο…»

Επιβλαβείς αι αοριστολόγίαι

– «Ο κ. Μτσόπουλος λέγει ότι εκ των δηλώσεων του κ. Πρωθυπουργού εξάγει την εικασίαν, ότι καλών ειδήσεων θα εγίνετο άγγελος ο κ. Πρωθυπουργός εάν ηδύνατο να ομιλήση».

– «Πρωτοπαπαδάκης: Νομίζω ότι επί τοιούτων ζητημάτων δεν επιτρέπονται εικασίαι απολύτως…»

Έναν μήνα αργότερα, στις 28 Ιουλίου, η αντιπολίτευση θα επανέλθει με νέα ερώτηση, η οποία δεν επρόκειτο να απαντηθεί ποτέ. Την επόμενη μέρα, η βουλή διέκοψε τις εργασίες της λόγω… θέρους.

Στο μεταξύ, ο Πρωτοπαπαδάκης πρόλαβε να καθησυχάσει από το βήμα τους πάντες:

«Η Ελλάς δεν ευρίσκεται προ ουδενός αδιεξόδου και παρακαλώ υμάς να μας αφήσετε να προχωρήσωμεν εις το έργον μας».

Τελικά, όλοι βλέπουν το αδιέξοδο να πλησιάζει με βήμα γοργό, εκτός από την κυβέρνηση.

Στις 8 Αυγούστου, ο σύμβουλος του μητροπολίτη Σμύρνης Χρυσόστομου και εκδότης των εφημερίδων «Αρμονία» και «Ιωνία» της Σμύρνης Μιλτιάδης Σεϊζάνης στέλνει στον Στεργιάδη ένα γράμμα γεμάτο απόγνωση, ζητώντας του να μεριμνήσει για τον επανεξοπλισμό των πολιτοφυλάκων:

«Σας διαβεβαιώ ότι καλώς γνωρίζω ότι, εάν δεν εξοπλισθώσι οι πολιτοφύλακες […] θα κατακαή αυτή (ενν.: η Σμύρνη) μίαν εσπέραν […]. Πολλοί ήρξαντο απομακρυνθώσι τας οικογενείας των. […]

Ημείς ζητούμεν μόνον 1.000 όπλα και η Σεβαστή Ελληνική Κυβέρνησις θα έχη ευθύνην ενώπιον Θεού και ανθρώπων εάν δεν φροντίση εγκαίρως να εξοπλίση τους γενναίους πολιτοφύλακες, οίτινες ούτε τροφή ούτε ενδυμασία ουδέ τίποτα άλλο ζητούσι από την μητέρα πατρίδα παρά πώς να αποθάνωσι γενναίως».[3]

Φωνή βοώντος εν τη ερήμω.

Κάπου κάποιοι πρόσφυγες – Μέρος 7ο
Ο Αριστείδης Στεργιάδης με έλληνες αξιωματικούς. Η φωτογραφία δημοσιεύθηκε τον Ιούλιο του 1921 στο μηνιαίο περιοδικό «Εθνικός Κήρυξ» της Νέας Υόρκης

Και μόνο το γεγονός ότι ο Σεϊζάνης ήταν σύμβουλος και φίλος του Χρυσόστομου, αρκούσε για να μη δώσει ο Στεργιάδης την παραμικρή σημασία στην έκκλησή του.

Τα αισθήματα του Χρυσόστομου για τον Στεργιάδη φαίνονται πεντακάθαρα σε μια επιστολή που έστειλε στον βασιλιά Κωνσταντίνο στις 21/8/1922, στην οποία σημειώνει ότι τα πράγματα δεν θα μπορούσαν να εξελιχθούν διαφορετικά:

«[…] από έναν μαινόμενον, άξιον αγχόνης και ανασκολοπισμού Στεργιάδην, εις ον η Βουλή των Ελλήνων κατ’ αδιανόητον τρόπον έδωκε δικαιώματα υπερβασιλικά και υπεραυτοκρατορικά […]

Διότι οργή δαιμόνων οιστρηλατούσα τον απαίσιον τούτον δήμιον, τον νεκροθάπτην του Ελληνισμού της Μ. Ασίας και από κακής εις χειροτέραν γνώμην τον ατάσθαλον και φλύαρον και τουτ’ αυτό μωρόν άνθρωπον μετατρέπουσα τόσον τον απετύφλωσε […] έν μόνον εγνώριζεν, να φλυαρή αδιάκοπα και απερροφημένος εν τω αυτοθαυμασμώ του να νομίζη τα φλυαρήματά του χρησμούς και νόμους του σοφού Σόλωνος, και να χειροδική και να φυλακίζη και να εξορίζη και να δέρη και να απαγχονίζη.

Ως μη είρκει ούτος ο παράφρων να καταποντίση το σκάφος ανοίγων μόνος του οπάς εις το κύτος του σκάφους καθ’ εκάστην ώραν και στιγμήν διά των αφρόνων χειρών του και ενεργειών του…»[4]

Στην συνέχεια, θα εξετάσουμε τον τρόπο με τον οποίο το ελληνικό κράτος αντιμετώπισε τους έλληνες, οι οποίοι αναγκάστηκαν να γίνουν πρόσφυγες μετά την καταστροφή της Σμύρνης.

Σήμερα, θα κλείσουμε με μια αποκάλυψη, που έκανε ο Στεργιάδης το 1930 στην εφημερίδα «Πατρίς» των Αθηνών, στην τελευταία συνέντευξη που έδωσε ποτέ.

Σ’ εκείνη την συνέντευξη, ο Στεργιάδης ισχυρίστηκε ότι στις 17/8/1922 τηλεγράφησε λακωνικά στον Γούναρη:

«Αποστείλατε τάχιστα πλοία προς παραλαβήν στρατού μετά υλικού πολέμου και πληθυσμού».

Η απάντηση του Γούναρη ήταν λακωνικώτερη:

«Αποφύγετε δημιουργίαν προσφυγικού ζητήματος».

Το ερώτημα κατά πόσον αυτά που ισχυρίζεται ο Στεργιάδης είναι αληθή θα παραμείνει αναπάντητο, αφού το αρχείο του πάλαι ποτέ ισχυρού άνδρα της Σμύρνης χάθηκε.

Από τη «Μεγάλη Ιδέα» στη Μικρασιατική Καταστροφή – Επίλογος
Κάπου κάποιοι πρόσφυγες – Μέρος 7ο

Πάντως, για να είμαστε δίκαιοι, ακόμη και οι εχθροί του παραδέχονται ότι ο Στεργιάδης ήταν φαινόμενο εντιμότητας.

Ένας έντιμος άνθρωπος δεν ρίχνει λάσπη σε πεθαμένους οχτώ χρόνια μετά τον θάνατό τους, μη έχοντας μάλιστα τίποτε να κερδίσει από αυτή την ατιμία.

Εν πάση περιπτώσει, το ταξίδι μας συνεχίζεται.

Μας περιμένουν πολλές προστυχιές ακόμη. Υπομονή να έχετε… και γερό στομάχι.

Σημειώσεις:

[1]. Επ’ αυτού του θέματος, αξίζει να διαβάσει κανείς τα όσα γράφει ο φιλέλληνας πρόξενος των ΗΠΑ στην Ελλάδα (Αθήνα 1893-1906, Θεσσαλονίκη 1910-1911) και στην Σμύρνη (1911-1922) Τζωρτζ Χόρτον στο βιβλίο του «Η μάστιγα της Ασίας», το οποίο επανεκδίδεται συνεχώς και κυκλοφορεί ακόμη.

Ο Χόρτον συμπαραστάθηκε με κάθε τρόπο στους έλληνες της Σμύρνης (π.χ. έπεισε καραβοκύρηδες να σηκώσουν πολιτειακή σημαία, ώστε να παρακάμψουν τον νόμο που τους απαγόρευε να μαζέψουν και να μεταφέρουν πρόσφυγες στην Ελλάδα) και εγκατέλειψε την πόλη το βράδυ της 13ης Σεπτεμβρίου 1922, αφού είχε ξεσπάσει η μεγάλη φωτιά που την κατέστρεψε.

[2]. Αριστερά, με το κοστούμι, ο ύπατος αρμοστής της Σμύρνης Αριστείδης Στεργιάδης. Δίπλα του, ο στρατιωτικός διοικητής Μικράς Ασίας αντιστράτηγος Λεωνίδας Παρασκευόπουλος. Οι δυο άνδρες κοιτάζουν σε διαφορετικές κατευθύνσεις, δείχνοντας την απέχθεια που υπάρχει μεταξύ τους.

Δεύτερος από δεξιά, ο γενικός επιτελάρχης υποστράτηγος Θεόδωρος Πάγκαλος, ο οποίος δεν κοιτάζει ούτε τον Στεργιάδη ούτε τον Παρασκευόπουλο διότι απεχθάνεται και τους δύο.

Έναν μήνα αργότερα, τον Νοέμβριο του 1920, ο Βενιζέλος θα χάσει τις εκλογές και η φιλοβασιλική κυβέρνηση Γούναρη θα ανακαλέσει από την Σμύρνη και θα αποστρατεύσει και τον Παρασκευόπουλο και τον Πάγκαλο.

[3]. Βασίλης Ι. Τζανακάρης, «Σμύρνη 1919-1922», εκδόσεις Μεταίχμιο, 2019.
[4]. Στο ίδιο.

Πηγή: Cogito Ergo Sum

Print Friendly, PDF & Email
(Visited 156 times, 1 visits today)
Back2Top