Ευτυχώς που εμείς σκεφτόμαστε ακόμα! (Μέρος Α’)

Η «Καθημερινή της Κυριακής» στις 4/10/2020, μετά από πολλές μέρες διαφήμισης, δημοσίευσε το Επίμετρο του Τάκη Λαζαρίδη, το οποίο προοριζόταν να συνοδεύσει μια επανέκδοση του βιβλίου του, «Ευτυχώς ηττηθήκαμε σύντροφοι», η οποία δεν πραγματοποιήθηκε εξαιτίας της πανδημίας.

Φυσικά το βιβλίο του Λαζαρίδη συνεχίζει να μοιράζεται αφειδώς από την εφημερίδα «Δημοκρατία» ανά τακτά χρονικά διαστήματα, δίπλα σε άλλα διαμάντια του εγχώριου αντικομμουνισμού, όπως «Η βιογραφία του Μεταξά» του Κωνσταντίνου Πλεύρη:

«Ο άγνωστος Γεώργιος Παπαδόπουλος», «Οι βασιλείς «μέτρου και κατανοήσεως» Παύλος και Φρειδερίκη, σωτήρες της χώρας κατά το συμμοριτοπόλεμο», «Ο λαός δεν ξεχνά τι σημαίνει Αριστερά» και άλλα παρόμοια.

Ευτυχώς που εμείς σκεφτόμαστε ακόμα
Ευτυχώς που εμείς σκεφτόμαστε ακόμα

Και πράγματι το βιβλίο του Λαζαρίδη, όσον αφορά την επιστημονική αρτιότητα, την επιχειρηματολογία και την αισθητική του, ανήκει σε αυτήν την κατηγορία.

Από μια άποψη δεν θα άξιζε κανείς ούτε να ασχοληθεί με αυτό το Επίμετρο, αν δεν υπήρχε η ιδιαιτερότητα ότι ο Τάκης Λαζαρίδης ήταν συγκατηγορούμενος του Μπελογιάννη στη δίκη για τους ασυρμάτους και σε ηλικία 22 ετών στεκόταν με αποφασιστικότητα μπροστά σε ένα στρατοδικείο που τον καταδίκασε σε θάνατο, κι αυτήν την ιστορία του αξιοποιεί και η «Καθημερινή» προκειμένου να τον «αγιοποιήσει» ως απολογητή του καπιταλιστικού εκμεταλλευτικού συστήματος σε στιγμές φανερής σήψης του.

Για του λόγου το αληθές, αξίζει να αναδημοσιεύσουμε ορισμένες αντιπροσωπευτικές εκτιμήσεις για το όργιο της αστικής τρομοκρατίας που ακολούθησε τον Δεκέμβρη του 1944 και τη Συμφωνία της Βάρκιζας.

Γράφει:

«Το κύμα της τρομοκρατίας που ξέσπασε κατά της κομμουνιστικής αριστεράς, μετά τον Δεκέμβρη, ήταν εντελώς αναμενόμενο. Ήταν ένα κύμα αντεκδίκησης για τα φρικαλέα εγκλήματα που διέπραξαν ο ΕΛΑΣ και η ΟΠΛΑ στο Μελιγαλά, στο Φενεό, στη Μακεδονία, καθώς και κατά τη «ματωμένη» πορεία μέσα στα χιόνια και στην παγωνιά, κατά την έξοδο του ΕΛΑΣ από την Αθήνα τον Γενάρη του 1945.

Υπάρχουν, όμως, και δύο ακόμα στοιχεία που καταρρίπτουν εντελώς το μύθο για κυβερνητική τρομοκρατία. Το ένα αφορά τον διαβόητο τρομοκράτη Μαγγανά, που έδρασε στην Πελοπόννησο. Η κυβέρνηση όχι μόνο δεν τον ανέχθηκε, αλλά αντίθετα τον συνέλαβε, τον παρέπεμψε σε δίκη και τον έκλεισε στη φυλακή.

Το άλλο στοιχείο αναφέρεται στον περιορισμένο γεωγραφικό χώρο μέσα στον οποίο ασκήθηκε η τρομοκρατία […] Ούτε στην Κρήτη ούτε στα νησιά υπήρξε τρομοκρατία.

Δεν υπήρξε επίσης τρομοκρατία σε αρκετούς νομούς, όπως στην Ξάνθη και τη Ροδόπη, από όπου κατάγομαι και όπου έζησα κατά και μετά το Δεκέμβρη, πράγμα που αποδεικνύει ότι η «λευκή» τρομοκρατία μετά τη Βάρκιζα εκδηλώθηκε κυρίως σε εκείνες τις περιοχές όπου προϋπήρξε κόκκινη τρομοκρατία.

Όσοι υποστηρίζουν, συνεπώς, ότι για τον Εμφύλιο φταίνε και οι δύο πλευρές, είτε έχουν πλήρη άγνοια των πραγματικών γεγονότων, είτε διστάζουν να μιλήσουν τη γλώσσα της αλήθειας».[1]

Τα ιστορικά γεγονότα μιλούν…

Φυσικά τα παραπάνω δεν αντέχουν στην αντιπαράθεση με τα ιστορικά γεγονότα:

1. Στον Μελιγαλά, στον Φενεό και στο Κιλκίς, οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ συγκρούστηκαν με τα Τάγματα Ασφαλείας, που παρέμεναν ένοπλα μετά την αποχώρηση των Γερμανών, ενώ κατά το τελευταίο διάστημα της Κατοχής είχαν πρωτοστατήσει σε εγκλήματα εναντίον του ελληνικού λαού και είχαν έρθει σε επαφή με την εξόριστη αστική κυβέρνηση και τον βρετανικό ιμπεριαλισμό.

Ευτυχώς που εμείς σκεφτόμαστε ακόμα
Ευτυχώς που εμείς σκεφτόμαστε ακόμα!

2. Ο Μαγγανάς ήταν επίσης πρώην στέλεχος των Ταγμάτων Ασφαλείας, ο οποίος είχε καταδικαστεί ερήμην.

Αν λοιπόν ο Μαγγανάς είναι κατά τον Λαζαρίδη τρομοκράτης, το ίδιο πρέπει να συμβαίνει και για τα υπόλοιπα μέλη των Ταγμάτων Ασφαλείας.

Ο Μαγγανάς πιάστηκε στα τέλη του 1945, αλλά σύντομα δραπέτευσε με τη βοήθεια της Χωροφυλακής (σύνηθες φαινόμενο) και μέσα σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα κατόρθωσε να αναπτύξει μια ομάδα χιλίων ενόπλων, χωρίς φυσικά καμία επαφή με τους κρατικούς μηχανισμούς και τον βρετανικό ιμπεριαλισμό!

Μάλιστα, τον Γενάρη του 1946 εισέβαλε στην Καλαμάτα, κατέλαβε δημόσια κτίρια, απελευθέρωσε καταδικασμένα μέλη των Ταγμάτων Ασφαλείας, εκτέλεσε μέλη του ΕΑΜ και του ΚΚΕ και πήρε μαζί του ομήρους.

Τότε η κυβέρνηση Σοφούλη, μπροστά στη λαϊκή κατακραυγή αλλά και εξαιτίας της μερικής αυτονόμησης του Μαγγανά, κήρυξε πραγματικά τους νομούς Μεσσηνίας και Λακωνίας σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης.

Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι το αστικό κράτος κρατούσε ίσες αποστάσεις απέναντι στον Μαγγανά από τη μια και στο ΚΚΕ και το ΕΑΜ από την άλλη.

Ο Μαγγανάς συνέχισε τη δολοφονική του δράση στην περιοχή και συνελήφθη 4 μήνες αργότερα.

Αν και ήταν καταδικασμένος σε θάνατο για παρελθόντα εγκλήματα, η ποινή του δεν εκτελέστηκε, σε αντίθεση με ό,τι συνέβαινε τότε με δεκάδες κομμουνιστές και άλλους αγωνιστές της ΕΑΜικής Αντίστασης.

Αντίθετα, η δίκη του, που ξεκίνησε ένα χρόνο αργότερα, οδήγησε στην αθώωσή του λόγω μη προσέλευσης των μαρτύρων κατηγορίας…

3. Φυσικά, η ένταξη των Ταγμάτων Ασφαλείας και των δοσιλογικών και μη δοσιλογικών οργανώσεων στους σχεδιασμούς της καταστολής του ΕΑΜ και του ΚΚΕ δεν ήταν ένα καινούργιο φαινόμενο, αλλά είχε ξεκινήσει πολύ πριν από τον Δεκέμβρη του 1944.

Πριν ακόμα από την Απελευθέρωση της Αθήνας έφτανε στα Μεσόγεια εξοπλισμός από τη Μέση Ανατολή, τον οποίο παραλάμβαναν η Χ και ο ΕΔΕΣ Αθήνας (αμφότεροι συνεργάζονταν με τους Γερμανούς).

Μετά την Απελευθέρωση της Αθήνας, ο διορισμένος από την εξόριστη αστική κυβέρνηση Παπανδρέου και τον Βρετανό στρατηγό Σκόμπι στρατιωτικός διοικητής της Αττικής, που τυχαία ήταν και ο πρώην επικεφαλής της Χωροφυλακής επί Γερμανών, διέταξε τον περιορισμό των Ταγμάτων Ασφαλείας (και όχι τη διάλυσή τους) στους στρατώνες τους και στη Σχολή Χωροφυλακής στο Γουδή.

Παράλληλα, οι διάφορες «εθνικές οργανώσεις» (βλ. πρώην συνεργάτες των Γερμανών) στρατωνίστηκαν στα κεντρικά ξενοδοχεία της Αθήνας, ενώ η Χ περιορίστηκε στο Αρχηγείο της στο Θησείο.

Δεκέμβρης ’44 - Επειδή χάσαμε εμείς κι επειδή νικήσανε αυτοί
Βρετανοί στρατιώτες, ακροβολισμένοι στην Ακρόπολη, ενώ βρετανικά αεροπλάνα βομβαρδίζουν λαϊκές συνοικίες

Ο ΕΛΑΣ διατάχτηκε να μην προχωρά σε επιθέσεις εναντίον των Ταγμάτων Ασφαλείας και να παραδίδει τους συλληφθέντες συνεργάτες των Γερμανών στις ελληνικές και τις βρετανικές αρχές.[2]

Αυτές με τη σειρά τους έντυναν τους πρώην ταγματασφαλίτες σε Εθνοφύλακες.

Όλα τα παραπάνω μέτρα στόχευαν στη βίαιη αποκατάσταση της αστικής εξουσίας με κάθε κόστος, στο βαθμό που η δράση του ΕΑΜ με κύριο αιμοδότη το ΚΚΕ είχε ανατρέψει κατά τη διάρκεια της Κατοχής τους προπολεμικούς πολιτικούς και κοινωνικούς – ταξικούς συσχετισμούς δυνάμεων.

Και αν ο Λαζαρίδης αμφισβητεί τα παραπάνω, ας ακούσει έναν εκπρόσωπο του «αμερικανικού έθνους», που όπως λέει τόσο εκτιμά, για να δει από πρώτο χέρι τι σήμαινε τρομοκρατία.

Ο Ελληνοαμερικανός Αλέκος Γεωργιάδης βρέθηκε ως πράκτορας των μυστικών υπηρεσιών των ΗΠΑ στην Αθήνα κατά τη διάρκεια του Δεκέμβρη του 1944 και στις αναμνήσεις του θυμάται ιδιαίτερα ένα περιστατικό κατά το οποίο οι Βρετανοί πυροβόλησαν παιδιά που τραγουδούσαν τραγούδια του ΕΑΜ στο δρόμο.

Ο ίδιος μετέφερε τα παιδιά με το υπηρεσιακό του τζιπ στο Νοσοκομείο «Παίδων» και απείλησε τους γιατρούς με όπλο προκειμένου να τα χειρουργήσουν, μιας και αυτοί φοβόντουσαν τα αντίποινα του κράτους, των παρακρατικών και των Βρετανών.

«Ακόμα και σήμερα που θυμάμαι αυτό το περιστατικό, ταράζομαι. Εκείνο όμως που έμαθα πολύ αργότερα και που με συνέτριψε, κυριολεκτικά, ήταν όταν ήλθα για πρώτη φορά μετά τον πόλεμο στην Ελλάδα το ’65.

Μας φιλοξενούσε μια ξαδέλφη μου στο Χαλάνδρι. Ένα μεσημέρι που ο Πήτερ έκοψε το χέρι του με μαχαίρι στην κουζίνα, τον πήγα στο «Παίδων» και, την ώρα που οι νοσοκόμες περιποιούνταν το τραύμα του, ρώτησα τον εφημερεύοντα γιατρό αν είχαν αρχεία περιστατικών από τον πόλεμο.

Του εξήγησα από πού πήγαζε το ενδιαφέρον μου και ότι είχα υπηρετήσει ως Αμερικανός αξιωματικός στην Ελλάδα. Εκείνος επέστρεψε, κρατώντας ένα και μοναδικό χάρτινο κουτί. […]

Κι εκεί ανακάλυψα εκείνο που ευχόμουν να μην είχα μάθει ποτέ! Την επομένη του χειρουργείου, είχαν μπει χίτες στο νοσοκομείο κι είχαν εκτελέσει τα παιδιά στα κρεβάτια τους.

Ορκίστηκα μετά από αυτό να μην ξανάρθω ποτέ στην Ελλάδα. Πήρα τον Πήτερ και γυρίσαμε στο Χαλάνδρι. Δεν είπα σε κανέναν τίποτε, ούτε στη γυναίκα μου. Έκανα μέρες να βάλω μπουκιά στο στόμα μου».[3]

Δεκέμβρης ’44 - Επειδή χάσαμε εμείς κι επειδή νικήσανε αυτοί
Ευτυχώς που εμείς σκεφτόμαστε ακόμα!

4. Α%

Print Friendly, PDF & Email
(Visited 237 times, 2 visits today)
Back2Top