Η ιστορία μιας συγκλονιστικής «Ανάστασης»

…που έζησαν μαχητές της 2ης Μεραρχίας του ΔΣΕ, το Πάσχα του 1949

Παραθέτουμε την ιστορία μίας συγκλονιστικής «Ανάστασης» που έζησαν μαχητές της 2ης Μεραρχίας του ΔΣΕ, το Πάσχα στις 24 Απρίλη του 1949.

Είναι αφήγηση της Ευσταθίας Καψή όπως παρατέθηκε σε σχετική ανάρτηση στα social media.

Η Ευσταθία Καψή, μαχήτρια του ΔΣΕ ήταν η αδερφή του κομμουνιστή λαϊκού ηγέτη της Ρούμελης και της Εύβοιας Θύμιου Καψή (Ανάποδος).

Θυμίζουμε ότι η 2η Μεραρχία του ΔΣΕ με διοικητή τον Γιάννη Αλεξάνδρου, τον θρυλικό Διαμαντή, συμμετείχε στην κατάληψη του Καρπενησίου 19 – 21 Γενάρη του 1949 που κρατήθηκε λεύτερο 18 μέρες.

Στις 2 Απρίλη, λίγες εκατοντάδες μαχητές της 2ης Μεραρχίας του ΔΣΕ στα όρια της φυσικής τους αντοχής πραγματοποιούν ηρωική διείσδυση στη Ρούμελη.

Εναντίον τους κινητοποιήθηκαν πάνω από 40.000 στρατιώτες. Η καταδίωξη της 2ης Μεραρχίας του ΔΣΕ κράτησε κοντά 2 μήνες. Σταδιακά η Μεραρχία αποδεκατίστηκε, ενώ στις 21 Ιούνη σκοτώθηκε και ο Διαμαντής.

Ακολουθεί η αφήγηση:

«Πιάσαμε ο καθένας από έναν έλατο τυλιχτήκαμε με τις χλαίνες, βάλαμε προσκέφαλο το άδειο σακίδιο, πήραμε το ντουφέκι αγκαλιά και αφήσαμε τις σκέψεις μας στο κενό σε μια παρανοϊκή πραγματικότητα.

Τώρα είναι τόσο κοντά η ζωή και ο Θάνατος. Ξεστρατισμένοι απ’ το φυσιολογικό δρόμο της ζωής.

Κανένας μας δεν θυμάται τίποτα. Ούτε αν είναι Μέγα Σάββατο ή ξημερώνει Λαμπρή.

Ένα χάος στροβιλίζεται στο μυαλό μας. Ωστόσο ο μέραρχος μας ο Διαμαντής δεν έχει ύπνο.Πηγαινοέρχεται ανήσυχος καπνίζοντας αρειμανίως, δεν τον χωράει ο τόπος, δίνει οδηγίες για το αυριανό Πασχαλινό δρομολόγιο.

«Όρθρου βαθέος» θα περάσουμε τον Μόρνο, στην παρυφή του χωριού Συκιά κι ύστερα θα ανεβούμε στην Μουσουνίτσα, στα Βαρδούσια, κι ύστερα… βλέπουμε.

Μοιάζουμε όλοι γερασμένα λιοντάρια που δεν μπορούν να κονομήσουν την τροφή τους. Μας πήρε ο ύπνος. Μοιάζουμε άδειες σαμπρέλες για πέταμα με την ψυχή βαριά απ’ τον κατατρεγμό και τ’ αδιέξοδα.

Ξεκινήσαμε… ημέρα Πάσχα 24 Απρίλη του 1949. Κατηφοριαστό το ρέμα απότομο, γλιστράει, δεν μπορούμε να στεριώσουμε, και μεις ο ένας κοντά τον άλλον μοιάζουμε φαντάσματα πατώντας στα νύχια μην δημιουργήσουμε θόρυβο λες και δεν είμαστε «εκ του κόσμου τούτου».

Ο στρατός λουφαγμένος στο Λευκαδίτι δεν θέλει να χαλάσει την πασχαλιάτικη ευφροσύνη του… Ίσως να έμαθε ότι διαβαίνει ο Διαμαντής …κι ο φόβος φυλάει τα έρμα.

Η ιστορία μιας συγκλονιστικής «Ανάστασης»

Περάσαμε τις παρυφές του χωριού και φτάσαμε στον Μόρνο. Το ποτάμι κατέβαινε ορμητικό σαν θυμωμένο στοιχειό. Άφριζε και βούιζε. Αρμαθιαστήκαμε ομάδα – ομάδα και ριχνόμαστε στο παγωμένο νερό που μας χτύπαγε κατάστηθα.

Μαζί μας και ένας μεσόκοπος τσοπάνης ο Κουβέλης απ’ το Συγκρέλο, που είχε μαζί του και το μικρό του γιο το Γιαννάκη 14 χρονών, ένα λιπόσαρκο, αδύνατο πλασματάκι που μας ακολουθούσε αδιαμαρτύρητα.

Πολλοί από εμάς πρότειναν να πάρουν το Γιαννάκη στον ώμο τους αλλά ο Κουβέλης ήταν ανένδοτος. Έβαλε λοιπόν το Γιαννάκη στο δικό του σβέρκο καβάλα και μπήκε στο νερό.

Κάπου όμως παραπάτησε και ο μικρός Γιαννάκης έπεσε καταμεσής στο αφρισμένο ποτάμι. Το ορμητικό ρεύμα τον άρπαξε σαν να ήταν κουρέλι και με γρηγοράδα τον ανεβοκατέβαζε στον άγριο κυματισμό του ώσπου χάθηκε απ’ τα μάτια μας στο βάθος του ποταμιού.

Εμείς βγαίνοντας ένας ένας πότε πενήντα πότε εκατό μέτρα παρακάτω γιατί μας παρέσερνε το ρεύμα του ποταμιού καθόμαστε λίγο να στραγγίσουμε και το κορμί μας και η ψυχή μας έβραζαν από οργή.

Το πνίξιμο του μικρού Γιαννάκη μας είχε συγκινήσει, κι ο δόλιος πατέρας δεν είχε το κουράγιο να εκδηλώσει τον πόνο του, ακολουθούσε αναμαλλιασμένος και σκυφτός απ’ τις κακουχίες και με δάκρυα στα μάτια όλο μουρμούριζε «Ωχ παιδάκι μ’» και εμείς όλο ανεβαίνομε το χιονισμένο βουνό έχοντας για μουσική το βασανισμένο κλάμα του Κουβέλη «Ωχ παιδάκι μ’».

Φτάσαμε στο ελατοδάσος μεταξύ Κονιάκου και Μουσουνίτσας και σταματήσαμε να πάρουμε μια ανάσα και να συγκεντρωθούμε. Τότε ήταν που ήρθε και σε μας το μήνυμα της Ανάστασης.

Είδαμε το μικρό Γιαννάκη ζωντανό κι όρθιο ανάμεσά μας αχνό και γελαστό και να πέφτει στην αγκαλιά του πατέρα του. Κοιτάζουμε όλοι αποσβολωμένοι…

Κοιτάζουμε! Αναζητούμε τα «εντάφια σπάργανα», τους «τύπους των ήλων», Τίποτα! Ο πατέρας κλαίει από χαρά χαϊδεύοντας το κεφάλι του γιου του. Εμείς μείναμε κοκαλωμένοι… σύξυλοι… στον τόπο.

Σε κανένα θέατρο του κόσμου δεν ξαναπαίχτηκε τόσο τραγική θέαση, όπως σε αυτό το σκηνικό σήμερα. Να που και εμείς οι καταραμένοι, οι κολασμένοι, οι αποκηρυγμένοι, οι απόβλητοι, είχαμε την δική μας ΑΝΑΣΤΑΣΗ!

Ο δικός μας Χριστός ήταν μικρούλης χλωμός- χλωμός βρεγμένος, και πεινασμένος. Μας κοίταζε όλους χωρίς υποσχέσεις. Τον πλησιάζουμε όλοι και τον χαϊδεύουμε, κάτω απ’ τα κουρέλια χτυπάει η παιδική του καρδούλα, φωλιάζει μια ψυχή που γύρισε απ’ το θάνατο. Ψάχνουμε τις τσέπες μας, τα σακίδια μας μην υπάρχει τίποτα να φιλέψουμε το Γιαννάκη. Τίποτα, Τίποτα, Τίποτα!

Οι σύντροφοι που τον έφεραν μας διηγήθηκαν την Ιστορία. Μια διμοιρία με τον Κώστα τον Πεντεδέκα απ’ το Δαδί βάδιζε σαν πλαγιοφυλακή δίπλα στο ποτάμι καμιά πεντακοσαριά μέτρα παρακάτω.

Είχε ξημερώσει και πρόσεξαν οι αντάρτες ένα κουρέλι στην όχθη. Πλησίασαν και είδαν το ανταρτόπουλο ακίνητο, κίτρινο, νεκρό. Γρήγορα ο Πεντεδέκας το άρπαξε, το σήκωσε με το κεφάλι κάτω και άδειασε το νερό που είχε πιει.[1]

Το έτριψε, του έκανε μαλάξεις αναπνευστικές και το παιδί άρχισε να ζωντανεύει, σήκωσε το καλαμένιο κορμάκι του και περπάτησε ακολουθώντας τους αντάρτες στην ανηφορική πορεία προς τα Βαρδούσια αυτός «Ο αναστηθείς εκ νεκρών».

Και όλοι ρωτούσαμε πώς πέρασε στον Άδη. Ο Κουβέλης έβγαλε λίγο αλεύρι που φύλαγε στο σακίδιο του, το έβαλε σε ένα άδειο κονσερβοκούτι έριξε και λίγο χιόνι για νερό και το έδωσε στον Γιαννάκη για να ψυχοπιάσει.

Παρακολουθούσαμε αμίλητοι όλοι το φοβερό θέαμα. Θέλαμε να κλάψουμε μα δεν μπορούσαμε τα δάκρυα είχαν στεγνώσει στις καρδιές μας και είχαμε χάσει όλοι την δύναμή μας. Δεν μπορούσα να βρίσω, να ψιθυρίσω έστω ένα στιχάκι!

Ένοιωθα τα σαγόνια μου να τρέμουν απ’ την οργή και το παράπονο. Αφτού είχαμε φτάσει. Η κούραση και η νύστα μας είχαν διαλύσει. Φτάσαμε επιτέλους στο Γιδοβούνι, κοντά μεσάνυχτα.

Σκάβουμε στο χιόνι, που είναι παγωμένο σαν πέτρα να βρούμε μαύρη γης. Κόψαμε κλωνάρια απ’ τα έλατα για να φτιάξουμε στρώμα μην μας γκιάξει το κρύο.

Ένα παρόμοιο μικρό γιατάκι ετοίμασε και ο Κουβέλης και ξάπλωσε μαζί με τον νεκραναστημένο Γιαννάκη, τον δικό μας Χριστό που αναστήθηκε στο Μόρνο το σωτήριο έτος 1949, 24 του Απρίλη…».

Σημείωση:

[1]. Ο Κώστας ήταν τελειόφοιτος της Γυμναστικής Ακαδημίας και κάτεχε από τέτοια.

Πηγή: 902.gr

Μοιραστείτε το