«Εδώ πονά η σιωπή, πονάει κι η πέτρα κάθε δρόμου»

Επίγραμμα για το Δίστομο – Το φοβερό έγκλημα των χιτλερικών

Η σημερινή μέρα εδώ και 74 χρόνια – 10 Ιουνίου 1944 – μας φέρνει στο μαρτυρικό Δίστομο, το μεγάλο βοιωτικό κεφαλοχώρι, που ζούσε τότε τη φοβερή τραγωδία του χαλασμού και του θανάτου.

«Εδώ πονά η σιωπή, πονάει κι η πέτρα κάθε δρόμου»Στο χωριό, στη μικρή πολιτεία σήμερα, που οι Ούνοι, όπως είχαν κάνει και σε πολλά άλλα χωριά μας, θέριζαν κι έκαιγαν αδίσταχτα τη ζωή.

Θυμόμαστε πως τα πρώτα μαντάτα για τη σφαγή του Διστόμου, οι πρώτες πληροφορίες, έφταναν και κυκλοφορούσαν ψιθυριστά, από στόμα σε στόμα στην Αθήνα την άλλη κιόλας μέρα, κυριακάτικα.

Είχαν φτάσει από τη Λιβαδειά, που κι αυτή συγκλονισμένη ζούσε κι αφουγκραζόταν από την πρώτη κιόλας ώρα το βογκητό του Διστόμου.

Εκείνο το Σάββατο το Δίστομο δεν παρουσίαζε τη γνώριμη, συνηθισμένη του κίνηση. Ηταν ένα πρωινό αλλιώτικο.

Καθώς στην εκκλησιά του, τον Αϊ – Νικόλα, θα γινόταν το μνημόσυνο για τα τέσσερα παλικάρια, τέσσερα τσοπανόπουλα που τα θέρισαν 40 μέρες πρωτύτερα οι Γερμανοί, καθώς βοσκούσαν τα κοπάδια τους στις γύρω πλαγιές.

Πρώτες μέρες του θεριστή κι οι δουλιές του κάμπου βρίσκονταν στο φόρτε τους στ’ αμπέλια και στο θέρο αλλά και στα κοπάδια.

«Εδώ πονά η σιωπή, πονάει κι η πέτρα κάθε δρόμου»Οι ξωμάχοι τ’ άφησαν για λίγο και πετάχτηκαν ως το χωριό για να τιμήσουν τους συγχωριανούς τους. Ετσι και βρέθηκε συγκεντρωμένος κόσμος πολύς στο χωριό, το πρωινό του Σαββάτου.

Πάνε 20 χρόνια, που ένα ξανά Σάββατο γύρεψα να βρω, να πλησιάσω τις μνήμες με τους ελάχιστους εκείνους επιζώντες από τη μαρτυρική ώρα του χωριού τους. Ενα συναπάντημα με τους γέροντες αλλά και νεότερους που μικρά παιδιά βρέθηκαν στο Δίστομο, που κολυμπούσε στο αίμα και στο θάνατο.

Οι χιτλερικοί είχαν μεθοδικά προετοιμάσει την επιδρομή στο Δίστομο. Ξεκίνησαν γύρω στις εφτάμισι. Το πρωί από τη Λιβαδειά ενώ μια άλλη φάλαγγα ερχόταν από την Άμφισσα.

Με δυο επιταγμένα λιβαδείτικα λεωφορεία κουβαλούσαν μασκαρεμένους σαν μαυραγορίτες 18 άνδρες των Ες – Ες. Δολερό τέχνασμα για να αιφνιδιάσουν και να χτυπήσουν ΕΛΑΣίτικα τμήματα, που βρίσκονταν στην περιοχή.

Πίσω από τους μασκαρεμένους σαν αστακοί σε δεκάδες καμιόνια οι Γερμανοί, που γύρω στις 10 το πρωί φτάνανε στο χωριό αφού στη διαδρομή είχαν κυριολεκτικά θερίσει κάθε ίχνος ανθρώπινης ζωής. Ο χαλασμός άρχισε καθώς πλησίαζαν το χωριό.

«Εδώ πονά η σιωπή, πονάει κι η πέτρα κάθε δρόμου»Ό,τι ζωντανό βρισκόταν μπροστά και δίπλα τους, το πολυβολούσαν και το «θέριζαν». Κι έπεφταν νεκροί στα σταροχώραφα και τ’ αμπέλια: άνθρωποι, μουλάρια, πρόβατα, σκύλοι.

Ο Θανάσης Σκούρτας, που στάθηκε τυχερός, καθώς μπόρεσε να ξεφύγει από τον κλοιό του θανάτου που είχε ζώσει το Δίστομο και έπιασε το βουνό μας, έδωσε στα λιγοστά λόγια όλο το σκηνικό του χαλασμού που κατέγραψαν από μακριά τα μάτια του.

Κι όταν τελικά τη νύχτα θα γλιστρήσει στο χωριό, θα συμπληρώσει την εικόνα με τούτα τα λόγια:

«Ψυχή δεν υπήρχε μέσα στο Δίστομο. Μονάχα η ερημιά και ο χάρος. Δεν ακουγόταν πουθενά γαύγισμα σκύλου. Τά ‘χαν κι αυτά γαζώσει μαζί με τους ανθρώπους. Φυσούσε ένας δυνατός, άγριος αγέρας. Και τα παραθυρόφυλλα κι αυτά, διαπλατωμένα, χτυπούσαν αδιάκοπα…»

Κι ένας άλλος Διστομίτης, ο Κ. Νικολάου, θα μας συμπληρώσει την εικόνα:

«…Στα πόδια μας μπροστά σκοτωμένοι ανθρώποι, σκύλοι και μουλάρια… Θάνατος και συμφορά. Το χωριό βογκούσε. Πολλοί τραυματισμένοι βρίσκονταν ακόμη αβοήθητοι. Ηταν μια νύχτα, που τίποτε και ποτέ δεν μπορεί να τη σβήσει από το νου μας…»

«Εδώ πονά η σιωπή, πονάει κι η πέτρα κάθε δρόμου»Πάνω από διακόσιοι οι νεκροί και δεκάδες οι βαριά τραυματισμένοι.

Τίποτα και ποτέ δεν μπορεί να σβήσει από το νου μας τη φρικτή δοκιμασία, που έζησαν το Δίστομο και τα άλλα μαρτυρικά χωριά της πατρίδας μας από τους χιτλεροφασίστες εισβολείς.

Επίγραμμα για το Δίστομο

Ο ποιητής του λαού μας, ο Γιάννης Ρίτσος, με τον ποιητικό του λόγο μάς φέρνει σήμερα προσκυνητές στο μαρτυρικό χωριό:

«Εδώ ’ναι το πικρό το χώμα του Διστόμου.
Ω, εσύ διαβάτη, όπου πατήσεις, να προσέχεις —
εδώ πονά η σιωπή, πονάει κι η πέτρα κάθε δρόμου
κι απ’ τη θυσία κι απ’ τη σκληρότητα του ανθρώπου.

Εδώ μια στήλη απλή, μαρμάρινη, όλη κι όλη
με ονόματα σεμνά, κι η Δόξα τα ανεβαίνει
λυγμό-λυγμό, σκαλί-σκαλί, μεγίστη σκάλα.»

Του Νίκου Καραντηνού

{"autoplay":"true","autoplay_speed":3000,"speed":300,"arrows":"true","dots":"true"}

Πηγή: Ριζοσπάστης

Print Friendly, PDF & Email
(Visited 51 times, 1 visits today)