Η σφαγή των ανθρακωρύχων στο Λάντλοου και ο Λούης Τίκας

Η επονομασθείσα Σφαγή του Λάντλοου στις 20 Απριλίου του 1914 στο Κολοράντο υπήρξε μία από τις αιματηρότερες επιθέσεις της εργοδοσίας και του κράτους στο συνδικαλιστικό κίνημα των ΗΠΑ. Ηταν το αποκορύφωμα της εργατικής καταπίεσης των 12.000 ανθρακωρύχων της περιοχής.

Η σφαγή των ανθρακωρύχων στο Λάντλοου και ο Λούης ΤίκαςΤα γεγονότα

Το Σεπτέμβρη του 1913, ξέσπασε η μεγάλη απεργία του Λάντλοου, μετά το θάνατο ενός συνδικαλιστή εργάτη στα ορυχεία κυρίως της εταιρείας CFI, ιδιοκτησίας Ροκφέλερ.

Οι περίπου 12.000 ανθρακωρύχοι της CFI πληρώνονταν 1,68 δολάρια την ημέρα κι ήταν αναγκασμένοι να εργάζονται υπό αντίξοες συνθήκες, ιδιαίτερα στο Κολοράντο όπου το ποσοστό θνησιμότητας ήταν διπλάσιο του μέσου εθνικού όρου.

Το Κολοράντο εκείνη τη εποχή ήταν η αμερικανική πρωτεύουσα του άνθρακα, προσελκύοντας εργάτες από όλο τον κόσμο: Μεξικανούς, Ιταλούς, Έλληνες, Κινέζους και Σλάβους.

Η εταιρεία των ορυχείων ήλεγχε κάθε πτυχή της διαβίωσής τους, καθώς σπίτια, μαγαζιά, πανδοχεία και ιατρεία ανήκαν σε αυτή. Πολλές φορές, αντί χρημάτων οι εργάτες λάμβαναν κουπόνια με την υποχρέωση να τα εξαργυρώνουν σε αυτά τα καταστήματα έναντι υψηλού τιμήματος.

Η πληρωμή γινόταν «με το κομμάτι», ενώ συχνά οι εργάτες έπεφταν επιπλέον θύματα εκμετάλλευσης όχι μόνο από την εργοδοσία της, αλλά και από τα τσιράκια της τους ελεγκτές, που δε δίσταζαν να παρακρατούν τμήματα της αμοιβής τους.

Η σφαγή των ανθρακωρύχων στο Λάντλοου και ο Λούης Τίκας

Η άθλια αυτή κατάσταση είχε αποτέλεσμα σποραδικά ξεσπάσματα των εργατών, τα οποία εύκολα ξεθύμαναν λόγω της έλλειψης συνδικαλιστικής δράσης.

Η Ένωση Ανθρακωρύχων Αμερικής έκανε πολλές προσπάθειες για την οργάνωση των εργατών του Κολοράντο, που υπονομεύονταν από την απαγόρευση του συνδικαλισμού με απειλή απόλυσης, το χαφιεδισμό στους χώρους δουλειάς, αλλά και τις εθνοτικές και γλωσσικές διαφορές των ίδιων των εργατών, που δημιουργούσαν προκαταλήψεις μεταξύ τους.

Παρόλα αυτα είχαν ήδη διοργανωθεί κάποιες σημαντικές απεργίες στο Κολοράντο και άλλες περιοχές τα προηγούμενα χρόνια με επίκεντρο τα ανθρακωρυχεία.

Οι προσπάθειες συνεχίστηκαν μέσω των Ενωμένων Εργατών Ορυχείων Αμερικής, που διοργάνωσαν και την απεργία του 1913 με τα εξής βασικά αιτήματα:

  • «Η αναγνώριση των Ενωμένων Εργατών Ορυχείων Αμερικής ως παράγοντα διαπραγμάτευσης για τους εργαζόμενους στα ορυχεία άνθρακα όλου του Κολοράντο και του βόρειου Νέου Μεξικό,
  • Ένα αποτελεσματικό σύστημα ελέγχου βάρους (checkweighmen) σε όλα τα ορυχεία, την αποζημίωση για το σκάψιμο του άνθρακα με βάση τον έναν τόνο στις £ 2.000,
  • Ημιμηνιαία καταβολή των μισθών σε νόμιμο χρήμα, η κατάργηση του πρόχειρου χαρτονομίσματος και του συστήματος φορτηγού,
  • Τέλος στις διακρίσεις εις βάρος των μελών της ένωσης και αυστηρή εφαρμογή των νόμων του κράτους σχετικά με τις υποχρεώσεις των φορέων εκμετάλλευσης, σχετικά με την παροχή ξύλων, σίδερων και άλλων υλικών στους ανθρακωρύχους σε υπόγειες εργασίες…»

Η σφαγή των ανθρακωρύχων στο Λάντλοου και ο Λούης Τίκας

Ζητούσαν επίσης τη θέσπιση 8ώρου, καθώς και  την ελευθερία να μένουν εκτός των εταιρικών οικισμών.

Ανάμεσα στις ηγετικές μορφές της απεργίας ήταν ο Λούης Τίκας (Ηλίας Σπαντιδάκης) από το Ρέθυμνο, που είχε έρθει αρχικά στη Νέα Υόρκη το 1906, σε ηλικία 20 ετών.

Λίγους μήνες μετά ήρθε με το τραίνο στο Κολοράντο, αρχίζοντας να δουλεύει σε χαλυβουργία του Πουέμπλο. Έλαβε την αμερικανική υπηκοότητα το 1910 κι άνοιξε καφενείο σε αυτό που εξελίχθηκε σε ελληνική παροικία του Ντένβερ, που τότε αριθμούσε περίπου 240 κατοίκους.

Ο Τίκας έγινε μέλος, πιθανότατα όχι με αμιγώς πολιτικά κίνητρα, αλλά ίσως λόγω της απόφασής του να ενσωματωθεί στην αμερικανική κοινωνία, στην Οργάνωση Βιομηχανικών Εργατών του Κόσμου (γνωστόν από τα αρχικά τους ως Wobblies), καθώς τύγχανε τα γραφεία της τοπικής τους να είναι απέναντι από το καφενείο.

Η ενασχόλησή του με τους Wobblies εμπόδισε την εισαγωγή του στο αστυνομικό σώμα, άλλο ένα δείγμα ότι δεν είχε συνειδητά ριζοσπαστικές πολιτικές πεποιθήσεις.

Ο Τίκας ξεχώριζε ανάμεσα στους ομοεθνείς του, που εκείνη την εποχή πλην εξαιρέσεων είχαν τη φήμη απεργοσπαστών και παρακμιακών τύπων με τάση εμπλοκής σε βίαιους καβγάδες, τόσο λόγω της εμφάνισής του με κοστούμι και χωρίς μουστάκι, όσο και λόγω των καλών του αγγλικών,

Η σφαγή των ανθρακωρύχων στο Λάντλοου και ο Λούης Τίκας
Πόλεμος στο Κολοράντο! Γυναίκες και μωρά ΣΦΑΧΤΗΚΑΝ – Το πρωτοσέλιδο της επόμενης μέρας!

Χάρη σε αυτή του την ιδιότητα βοηθούσε τους συμπατριώτες του με την αποστολή εμβασμάτων στην Ελλάδα, όταν εκείνοι αγνοούσαν πώς να απευθυνθούν στο ταχυδρομείο και την τράπεζα.

Τον έλεγχο των Ελλήνων εργατών στο Κολοράντο και τις γειτονικές πολιτείες της Γιούτα και της Νεβάντα είχε εκείνη την εποχή ο ομογενής Λεωνίδας Σκλήρης, επιβάλλοντας ένα οιονεί μαφιόζικο καθεστώς, καλλιεργώντας την υποτακτικότητα στο αφεντικό και τις πελατειακές σχέσεις.

Το 1912 ο Λούης Τίκας άφησε το καφενείο του και πήγε να δουλέψει στα ορυχεία του Φρέντερικ στο Κολοράντο, σύμφωνα με ορισμένους με αρχικό σκοπό να λειτουργήσει ως τσιράκι της εργοδοσίας, ενώ με βάσει άλλες μαρτυρίες ήδη αποφασισμένος να οργανώσει την πάλη των συναδέλφων του.

Σε κάθε περίπτωση στην απεργία της 19ης Νοεμβρίου της ίδιας χρονιάς ηγήθηκε των 63 απεργών συμπατριωτών του.

Η απεργία αντιμετωπίστηκε με τη χρήση χαφιέδων, προβοκατόρων που έβαλαν φωτιά κοντά στο ορυχείο, συλλήψεις και φυλακίσεις. Ο Τίκας άρχισε να περνάει από όλα τα ορυχεία του Νότιου Κολοράντο, αποκτώντας το προσωνύμιο Louis the Greek, ή Leo the Cretan.

Με το ξέσπασμα της απεργίας οι εργάτες εγκατέλειψαν τους οικισμούς τους και έστησαν σκηνές στο Λάντλοου, νότια του Ντένβερ, στους πρόποδες των Βραχώδων Ορέων.

Η σφαγή των ανθρακωρύχων στο Λάντλοου και ο Λούης Τίκας
26 νεκροί από πυροβολισμούς και τη φωτιά στο Λάντλοου σε μάχη μεταξύ απεργών και στρατού! Οι Νεκροί που έχουν αναγνωριστεί: Ανάμεσα τους ξεχωρίζει και το όνομα του αρχηγού τους Λού Τίκα

Με τη βοήθεια του συνδικάτου της Ένωσης Ορυχείων έστησαν μια κανονική πολιτεία με 1.200 κατοίκους, ανάμεσά τους γυναίκες και παιδιά, ενώ με αυτό τον τρόπο, στήνοντας σκηνές στις εκβολές των φαραγγιών που έφταναν στα ανθρακωρυχεία, παρεμπόδιζαν τους απεργοσπάστες να πάρουν τη θέση τους.

Σταδιακά 13.000 εργάτες άφησαν τα χαμόσπιτά τους και ενώθηκαν με τους υπόλοιπους απεργούς.

Λίγες βδομάδες μετά, στις 13 Οκτώβρη 1913, ο Ηλάιας Έιμμονς, κυβερνήτης του Κολοράντο, απηυδισμένος από την παράλυση της τοπικής οικονομίας, έδωσε εντολή στην εθνοφρουρά να εισβάλει, υποτίθεται ειρηνικά στην απεργιακή πολιτεία για να νουθετήσει τους εργάτες.

Όπως ήταν αναμενόμενο, η εθνοφρουρά συμμάχησε με τις εταιρείες εξόρυξης και δεν ήταν τυχαίο πως κάποιοι εθνοφρουροί είχαν οι ίδιοι υπάρξει απεργοσπάστες σε παλιότερη απεργία του 1904.

Οι απεργοί αρνήθηκαν να υποκύψουν, το ίδιο αποφασισμένη ήταν όμως και η εργοδοσία να σπάσει την απεργία με κάθε μέσο.

Αφού η απεργία συνεχίστηκε για μήνες, οι εργοδότες αποφάσισαν να εισβάλουν με τη βία, έχοντας επιστρατεύεσει και μισθοφόρους του πρακτορείου «Μπέλτουιν – Φελτς».

Η εθνοφρουρά, που πλέον επανδρώνονταν από μπράβους του Ροκφέλερ, κατόπιν συμφωνίας με τον κυβερνήτη, φέροντας βαρύ οπλισμό, περικύκλωσε τους εργάτες που κοιμούνταν, γιατί την προηγουμένη, στις 19 Απρίλη 1914, είχαν γιορτάσει το Ελληνορθόδοξο Πάσχα, με χορούς, αρνί και αγώνες μπέιζμπολ, μαζί με εργάτες και άλλων εθνοτήτων.

Η σφαγή των ανθρακωρύχων στο Λάντλοου και ο Λούης Τίκας
Η Εθνοφρουρά του Κολοράντο στο Λάντλοου το 1914

Αρχηγός του σώματος ήταν ο υπολοχαγός Καρλ Λίντερφερντ. Οι οπλισμένοι εκπρόσωποι της εταιρείας απαίτησαν από τον Τίκα την παράδοση δυο Ιταλών συνδικαλιστών, κάτι που ο ίδιος αρνήθηκε καθώς δεν υπήρχε ένταλμα.

Τότε η εθνοφρουρά άρχισε να πυροβολεί κατά των σκηνών, ενώ κάποιοι εργάτες που ήταν οπλισμένοι ανταπέδωσαν τα πυρά, ενώ συνάδελφοί τους άρχισαν να σκάβουν προστατευτικούς λάκκους για να καταφύγουν μαζί με τις οικογένειές τους.

Το ίδιο βράδυ, εθνοφρουροί και άλλοι μπράβοι, κρυμμένοι στο σκοτάδι πυρπόλησαν σκηνές, σκοτώνοντας 2 γυναίκες και 11 παιδιά κρυμμένα σε ένα λάκκο κάτω από τη σκηνή, ενώ στη διάρκεια των μαχών σκοτώθηκαν ακόμα 13 άνθρωποι.

Θύμα της εργοδοτικής βίας ήταν και ο Λούης Τίκας, που συνελήφθη από την εθνοφρουρά, με τον Λίντερφερντ να του λιώνει το κρανίο με τον υποκόπανο του όπλου του, ενώ άλλοι τον πυροβόλησαν πισώπλατα κι άφησαν εκτεθειμένο το πτώμα του τρεις μέρες μες στον ήλιο σε περίοπτο σημείο για παραδειγματισμό, πλάι στις σορούς δυο ακόμα συνδικαλιστών.

Η σφαγή των ανθρακωρύχων στο Λάντλοου και ο Λούης Τίκας

Το μακελειό αυτό ξεσήκωσε απεργίες αλληλεγγύης σε όλες τις ΗΠΑ, με τους ανθρακωρύχους να καταλαμβάνουν πολλές πόλεις του Κολοράντο και μονάδες της Εθνικής φρουράς να αρνούνται να στρέψουν το όπλο τους κατά των απεργών.

Παρότι εκ πρώτης όψης η τραγωδία του Λάντλοου δεν είχε απτά αποτελέσματα, η θυσία του Τίκα και των συναγωνιστών του δεν πήγε χαμένη, καθώς υπήρξε το έναυσμα για την εξάπλωση και εδραίωση του συνδικαλιστικού κινήματος στα ορυχεία όλων των ΗΠΑ, αναγκάζοντας σταδιακά τις πολιτειακές αλλά και ομοσπονδιακές αρχές της χώρας να λάβουν μέτρα βελτίωσης των αμοιβών και συνθηκών εργασίας των ανθρακωρύχων σε όλη τη χώρα.

Το 1918 ανεγέρθηκε μνημείο στο Λάντλοου, τιμώντας τα θύματα της σφαγής, ενώ το γεγονός αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για το μεγάλο κομμουνιστή τραγουδοποιό Γούντι Γκάθρι, που συνέθεσε το 1944 το τραγούδι «Τhe Ludlow Massacre».

Η σφαγή των ανθρακωρύχων στο Λάντλοου και ο Λούης Τίκας
Η προτομή του Λούη Τίκα

Ο ποιητής Ντέιβιντ Μέισον έγραψε ένα ποιητικό μυθιστόρημα 4.800 στίχων με τίτλο: «Ποιος ήταν ο Λούης Τίκας»,

ενώ και το μυθιστόρημα του συγγραφέα Άπτον Σίνκλαιρ «Βασιλιάς Άνθρακας» βασίστηκε στην απεργία του Λάντλοου.

Πιο πρόσφατα, η ιστορία του Λούη Τίκα αποτελεί μέρος της ταινίας «Ταξισυνειδησία» του Κώστα Βάκκα,

που γυρίστηκε το 2013 κι αναφέρεται στην ιστορία των ριζοσπαστών Ελληνοαμερικανών συνδικαλιστών κατά το πρώτο μισό του περασμένου αιώνα.

«Δύσκολες Νύχτες»

Αναδημοσίευση από την Κατιούσα

Print Friendly, PDF & Email
(Visited 46 times, 1 visits today)