Μαρξ: Η ενότητα Φυσικής και Κοινωνικής Επιστήμης – Επίλογος

Η βοήθεια των κοινωνικών επιστημών προς τις φυσικές επιστήμες

Συνέχεια από το 3ο Μέρος

Ο ρόλος της Φιλοσοφίας

Ότι έχουμε πει μέχρι τώρα ισχύει σε ακόμα μεγαλύτερο βαθμό για την επιστημονική φιλοσοφία, για τη μαρξιστική διαλεκτική.

Όπως έλεγε ο Μαρξ, η διαλεκτική είναι η επιστήμη των πιο γενικών νόμων κίνησης της φύσης, της κοινωνίας και της σκέψης μας.

Μια ιστορία για τον σκακιστή... ΜαρξΩς αποτέλεσμα, η φιλοσοφία – της οποίας η μέθοδος διεισδύει σε όλους τους κλάδους της επιστημονικής γνώσης χωρίς εξαίρεση – αποδεικνύεται ως εκείνος ο επιστημονικός κλάδος που συνδέει όλες τις υπόλοιπες επιστήμες.

Δε στέκεται πάνω από αυτές ως μια «επιστήμη των επιστημών», όπως ίσχυε στο παρελθόν για τη Φυσική Φιλοσοφία έναντι των φυσικών επιστημών και για την κοινωνιολογία έναντι των κοινωνικών επιστημών, αλλά σχετίζεται με αυτές όπως σχετίζεται το γενικό με το ειδικό και το συγκεκριμένο.

Το γενικό και το ειδικό συνιστούν σε όλα τα πεδία μια εσωτερική διαλεκτική ενότητα και, κατ’ επέκταση, η φιλοσοφία και όλες οι ειδικές επιστήμες συνιστούν κι αυτές μια εσωτερική ενότητα.

Και αν οι ανθρωπιστικές επιστήμες έχουν σήμερα κάτι να μάθουν από τις φυσικές επιστήμες στο πεδίο της μεθοδολογίας, όλες οι ειδικές επιστήμες μπορούν και πρέπει να μάθουν από τη φιλοσοφία πώς πρέπει να τίθενται και να απαντιούνται τα πιο γενικά και γι’ αυτό εξαιρετικά σημαντικά ζητήματα μεθοδολογίας και κοσμοαντίληψης, τα οποία προέκυψαν κατά την πορεία ανάπτυξης των ίδιων των ειδικών επιστημών.

Αλλά, για να συμβεί αυτό, πρέπει η ίδια η φιλοσοφία να είναι σε θέση να κατανοεί αυτά τα ζητήματα και να είναι ικανή να τα εντοπίζει, να τα διατυπώνει και να τα μελετά με το σωστό τρόπο.

Σε αυτόν τον τομέα, έχουν εμφανιστεί δύο ακραίες απόψεις που αποτελούν εμπόδιο στις προσπάθειες της φιλοσοφίας να παίξει αυτόν το ρόλο έναντι των ειδικών επιστημών, απειλώντας να της στερήσουν κάθε τέτοια δυνατότητα.

Η μία από αυτές συνίσταται στην προσπάθεια να σκαρφιζόμαστε διακριτές φιλοσοφίες στις οποίες διαιρείται δήθεν η φιλοσοφία ως όλον.

Όχι πολύ καιρό πριν, προτεινόταν και συζητιόταν η ανάγκη της εύρεσης μιας «διαλεκτικής της φύσης» ως ειδικό, ανεξάρτητο φιλοσοφικό επιστημονικό πεδίο, με στόχο τη μελέτη των υποτιθέμενων πιο γενικών νόμων της φύσης, μεταξύ αυτών και του νόμου της διατήρησης και της μετατροπής της ενέργειας.

Αυτό το είδος «οντολογικοποίησης» της διαλεκτικής δε συνεπάγεται τίποτα λιγότερο από τη διάλυση της φιλοσοφίας.

Μαρξ: Η ενότητα Φυσικής και Κοινωνικής Επιστήμης - Μέρος 2ο
Μαρξ: Η ενότητα Φυσικής και Κοινωνικής Επιστήμης – Επίλογος

Σε αυτήν την περίπτωση, η φιλοσοφία στην ουσία θα εξαφανιζόταν και η λέξη «φιλοσοφία» θα χρησιμοποιούνταν για να υποδηλώνει τη σφαίρα της ολιστικής θεωρίας στη φυσική επιστήμη και τους κλάδους της, εν προκειμένω στη φυσική.

Η άλλη ακραία άποψη συνίσταται στην έκκληση για απομάκρυνση της φιλοσοφίας (κάποιου μέρους της ή ακόμα και ολόκληρης) από τις ειδικές επιστήμες.

Οι οπαδοί αυτής της άποψης χαρακτηρίζουν τον «επιστημονισμό» ως φαινόμενο ακραίου εξτρεμισμού, ενώ με την ίδια λογική προσπαθούν να αντιπαρατεθούν σε οποιαδήποτε προσπάθεια σύνδεσης της φιλοσοφίας με τις φυσικές ή ακόμα και με τις ανθρωπιστικές επιστήμες.

«Η φιλοσοφία πρέπει να είναι αντι-επιστημονική»,

ισχυρίζονται οι υποστηρικτές αυτής της δεύτερης ακραίας άποψης, οι οποίοι δε βλέπουν ότι με αυτόν τον τρόπο μετατρέπουν τη φιλοσοφία σε πεδίο άνευ περιεχομένου.

Από την άποψη της φιλοσοφίας, και οι δύο αυτές ακραίες απόψεις εδράζονται στη μονόπλευρη και γι’ αυτό λαθεμένη προσέγγιση του ζητήματος της διαλεκτικής του γενικού και του ειδικού.

Στην περίπτωση της πρώτης ακραίας άποψης, το γενικό (η φιλοσοφία) αντικαθίσταται εσφαλμένα από το ειδικό (τις ειδικές επιστήμες) και ανάγεται σε αυτό.

Στην περίπτωση της δεύτερης ακραίας άποψης, από την άλλη, το γενικό αντιπαρατίθεται αδικαιολόγητα στο ειδικό.

Η λανθασμένη προσέγγιση της διαλεκτικής του γενικού και του ειδικού παραβιάζει και καταστρέφει την ενότητα της επιστήμης. Σε καμία από αυτές τις δύο ακραίες απόψεις δεν υπάρχει τίποτα που να μοιάζει στον τρόπο με τον οποίο έθεσε το ζήτημα ο Μαρξ.

Η φιλοσοφία, ωστόσο, δεν αποτελεί το μοναδικό στήριγμα των ειδικών επιστημών.

Μαρξ: Η ενότητα Φυσικής και Κοινωνικής Επιστήμης - Μέρος 2ο
Μαρξ: Η ενότητα Φυσικής και Κοινωνικής Επιστήμης – Επίλογος

Οι κοινωνικές επιστήμες ως σύνολο μπορούν και πρέπει να παίξουν σημαντικό ρόλο στις φυσικές επιστήμες, οι οποίες έχουν να μάθουν από τις πρώτες.

Αυτό ισχύει, πάνω απ’ όλα, ως προς την κατανόηση του κοινωνικού ρόλου και της κοινωνικής λειτουργίας της επιστήμης, το ρόλο της στη ζωή της σύγχρονης κοινωνίας.

Από μόνες τους, οι φυσικές επιστήμες αναγκαστικά αγνοούν τα κοινωνικά ζητήματα, ενώ συνήθως αγνοούν και το κοινωνικό ζήτημα που έχει την πιο εξαιρετική σημασία στη σύγχρονη ζωή, το πραγματικά «καταραμένο ερώτημα»:

Δεν μπορούν τα επιτεύγματα της επιστήμης, από τη στιγμή που βρεθούν στα χέρια μισάνθρωπων, να αξιοποιηθούν όχι για το καλό των ανθρώπων, αλλά να τους βλάψουν;

Κανένας επιστήμονας, κανένας ερευνητής που ψάχνει νέες αλήθειες, που ανακαλύπτει νέους νόμους της φύσης, που βρίσκει νέες φυσικές δυνάμεις, που συνθέτει νέες ουσίες δεν μπορεί, δεν επιτρέπεται να υπεκφύγει αυτό το ερώτημα ή άλλα κοινωνικά ερωτήματα που συνδέονται με την πρόοδο των σύγχρονων φυσικών επιστημών.

Η άμεση σχέση ανάμεσα σε αυτήν την πρόοδο και στην ανάπτυξη όλης της σύγχρονης κοινωνίας είναι υπερβολικά εμφανής για να προσπαθήσει κάποιος να την αποφύγει.

Για να υιοθετήσεις, όμως, συνειδητή στάση απέναντι σε τέτοια ζητήματα, απαιτείται η βοήθεια των κοινωνικών επιστημών, που βασίζονται στη μέθοδο του Μαρξ, γιατί είναι ακριβώς αυτή που παρέχει το κλειδί της κατανόησης των διακριτών χαρακτηριστικών της ανάπτυξης της επιστήμης και της θέσης του επιστήμονα στη σύγχρονη κοινωνία, ακριβώς όπως η μέθοδος και τα γραπτά του Μαρξ παρείχαν το ίδιο κλειδί στους επιστήμονες του περασμένου αιώνα.

Οι κοινωνικές επιστήμες καθιστούν για τους επιστήμονες της εποχής μας εφικτό να καταλάβουν από την οπτική της επιστημονικής μεθόδου του Μαρξ την κοινωνική πλευρά της ίδιας της δραστηριότητάς τους, να προσανατολιστούν μέσα στον κυκεώνα των σύνθετων και συχνά εξαιρετικά συγκεχυμένων ζητημάτων της σύγχρονης κοινωνικής ζωής.

Οι μαρξιστές κοινωνικοί επιστήμονες θα τους κατευθύνουν σε αντιστοιχία με τα κοινωνικά ιδεώδη και θα βοηθήσουν τους φυσικούς επιστήμονες μέσω της επεξεργασίας κριτηρίων εκτίμησης που θα ενδυναμώσουν το σοσιαλιστικό ανθρωπισμό ως μέσο υπεράσπισης αυτών των ιδεωδών.

Υπάρχουν πολλές πλευρές σε αυτό το ζήτημα, όχι μόνο πολιτικές και ιδεολογικές, αλλά και ηθικές, αισθητικές και άλλες.

Αν εξετάσουμε βαθιά αυτές τις πλευρές, θα είμαστε σε θέση να ανακαλύψουμε τη ζωντανή διαλεκτική σύνδεση ανάμεσα σε έννοιες όπως η αλήθεια, η φιλαλήθεια, η αξία, η χρησιμότητα, η καλοσύνη, η ομορφιά και, αντίστοιχα, ανάμεσα σε έννοιες όπως το ψεύδος, η σύγχυση, η αχρηστία, η κακία και η ασχήμια.

Μαρξ: Η ενότητα Φυσικής και Κοινωνικής Επιστήμης - Μέρος 1ο
Μαρξ: Η ενότητα Φυσικής και Κοινωνικής Επιστήμης – Επίλογος

Στην πραγματική ζωή, όμως, συναντάμε συχνά αυτές τις έννοιες σε αντιφατικούς συνδυασμούς και μεταβάσεις, τους οποίους είναι δύσκολο να κατανοήσουμε αν παραμείνουμε αποκλειστικά εντός των ορίων των φυσικών επιστημών.

Από τα παραπάνω γίνεται φανερό ότι στο συνολικό πλέγμα των αλληλοσχετιζόμενων επιστημών, το οποίο συνιστά την ενότητά τους, οι σχέσεις ανάμεσα στις φυσικές και τις κοινωνικές επιστήμες είναι αμοιβαίες: Η κάθε μία έχει κάτι να μάθει από την άλλη.

Αυτό εκδηλώνεται και στη μελέτη της σημερινής επιστημονικο-τεχνικής επανάστασης. Η ανάλυσή της δεν μπορεί να περιοριστεί απλώς στα όρια των ζητημάτων της τεχνολογίας και των φυσικών επιστημών.

Η κοινωνική πλευρά παίζει εδώ έναν όχι λιγότερο σημαντικό ρόλο από τη φυσική-τεχνολογική.

Τα ελατήρια αυτής της επιστημονικο-τεχνικής επανάστασης, οι κοινωνικές της συνέπειες, ο χαρακτήρας και οι μορφές της διάδρασης της επιστήμης και της τεχνολογίας στις σημερινές συνθήκες και, τελικά, το ζήτημα των στόχων προς τους οποίους κατευθύνουν τα αποτελέσματα αυτής της επανάστασης οι διάφορες ομάδες ανθρώπων, ακόμα και ολόκληρα κράτη –όλα αυτά απαιτούν διεπιστημονική έρευνα, στην οποία όλες οι επιστήμες θα συμμετέχουν από κοινού στην πιο στενή διάδραση μεταξύ τους.[1]

Όλα αυτά αποδεικνύουν ξανά και ξανά ότι σήμερα η ενότητα των επιστημών δεν αποτελεί ένα αφηρημένο ζήτημα καθαρά γνωστικής φύσης, αλλά ένα από τα πλέον επιτακτικά ζητήματα που θέτει η ανάπτυξη των σύγχρονων επιστημών και της ανθρωπότητας ως συνόλου.

Αυτό το ζήτημα ανακύπτει επίσης σε πιο ειδικές περιπτώσεις –μερικές φορές σε πολύ στενά υποσύνολα της επιστήμης και της τεχνολογίας– όπου αναδεικνύεται η τεράστια σημασία του με συγκεκριμένο τρόπο.

Ο κλάδος της επεξεργασίας δεδομένων μάς δίνει πολλά παραδείγματα του τρόπου με τον οποίο κλάδοι γνώσης και ανθρώπινης δραστηριότητας, που ήταν προηγουμένως εντελώς χωριστοί, έρχονται τώρα στην πιο στενή διάδραση και διαπλέκονται οργανικά μεταξύ τους.

Τέτοιοι κλάδοι περιλαμβάνουν, για παράδειγμα, τις μηχανικές επιστήμες, από τη μία πλευρά, και τη φυσιολογία του ανθρώπινου μυαλού σε συνδυασμό με ολόκληρη τη σφαίρα της ψυχολογικής δραστηριότητάς του, από την άλλη πλευρά.

Είναι ακριβώς πάνω σε αυτήν τη βάση που δημιουργήθηκε ο νέος ενδιάμεσος, «γεφυροποιός» επιστημονικός κλάδος της βιονικής, όπου διασταυρώνονται η βιολογία και η τεχνολογία.

Έτσι, η ενότητα της επιστήμης εκδηλώνεται ορισμένες φορές με εντελώς μοναδικό και αναπάντεχο τρόπο, με έναν τρόπο που μπορεί πραγματικά να προσλάβει χαρακτηριστικά που μέχρι τότε υπήρχαν μόνο στη σφαίρα της φαντασίας.

Η «άγνωστη» επιστήμη της Πολιτικής Οικονομίας – Μέρος 25ο
Μαρξ: Η ενότητα Φυσικής και Κοινωνικής Επιστήμης – Επίλογος

Έχοντας στο μυαλό μας τα παραπάνω, συνειδητοποιούμε ότι οι διαθέσεις και οι εκκλήσεις που στρέφονται προς μια βαθιά αμοιβαία απομόνωση και αντίθεση των φυσικών και των κοινωνικών επιστημών σε οποιονδήποτε κλάδο της επιστημονικής γνώσης αποτελούν τρανταχτή έκφραση ενός τερατώδους αναχρονισμού.

Μέχρι πρόσφατα υπήρχε ακόμα η άποψη ότι η στατιστική σήμαινε μόνο ένα πράγμα, την κοινωνικοοικονομική στατιστική και ότι κανένα άλλο είδος στατιστικής δεν υπήρχε και δεν μπορούσε να υπάρχει.

Κάθε απόπειρα διασύνδεσης της κοινωνικής και της μαθηματικής στατιστικής θεωρούνταν ότι βρίσκεται σε βαθιά σύγκρουση με τις απόψεις και τη μέθοδο του Μαρξ.

Εννοείται ότι αυτή η διαίρεση της στατιστικής σε πεδία που είναι εντελώς διαχωρισμένα και αντιτιθέμενα μεταξύ τους –το κοινωνικό και το μαθηματικό (φυσικό)– βασίζεται αποκλειστικά σε μια παρανόηση.

Το γεγονός ότι και τα δύο είδη στατιστικής έχουν κοινά θεωρητικά θεμέλια δε σηματοδοτεί, όπως λαθεμένα θεωρούνταν από κάποιους, άρνηση του γεγονότος ότι η κοινωνικοοικονομική στατιστική διαθέτει ποιοτικά ιδιαίτερα χαρακτηριστικά.

Αντιθέτως, η αποδοχή της κάθετης διαίρεσης ανάμεσα στα δύο είδη στατιστικών θα σήμαινε την άρνηση της ενότητας των κοινωνικών και των φυσικών επιστημών και την αποτυχία κατανόησης ότι αυτό που έχουμε μπροστά μας είναι ένα συγκεκριμένο παράδειγμα της ενότητας της ποικιλομορφίας.

Αυτή η ενότητα, ωστόσο, δεν είναι αφηρημένη ή απόλυτη, κάτι που θα στερούσε εντελώς κάθε επιστήμη από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της, θα έσβηνε τα όρια ανάμεσά τους και θα διέχεε κάποιες επιστήμες σε κάποιες άλλες.

Σχεδόν ίδια είναι η περίπτωση που δημιουργήθηκε, για τον ίδιο ακριβώς λόγο, στη γεωγραφία, όπου τραβήχτηκε μια γραμμή που διαχώριζε κάθετα την οικονομική και τη φυσική γεωγραφία.

Κάθε επαφή ανάμεσα στις δύο θεωρούνταν αθέμιτη και υποδήλωνε, υποτίθεται, την εξάλειψη των ποιοτικών διαφορών ανάμεσα στα κοινωνικά και τα φυσικά φαινόμενα.

Σε αυτήν την περίπτωση, διατυπώθηκαν λαθεμένα και εντελώς αστήριχτα επιχειρήματα, σύμφωνα με τα οποία ο συνδυασμός των δύο γεωγραφιών, ακόμα και η αμοιβαία προσέγγισή τους ήταν, δήθεν, σε αντίθεση με τις απόψεις και την επιστημονική μέθοδο του Μαρξ.

Στην πραγματικότητα, αυτές οι αναφορές στον Μαρξ δε δείχνουν τίποτε άλλο παρά την παρανόηση, αφού και σε αυτήν την περίπτωση η ενότητα της επιστήμης πρέπει να κατανοηθεί συγκεκριμένα ως ενότητα στην ποιοτική ποικιλομορφία και όχι αφηρημένα ως εξάλειψη των διαφορών ανάμεσα στις διάφορες επιστήμες.

Η αντιπαράθεση Μαρξισμού - Αναρχισμού - Μέρος 2οΗ επιστημονική μέθοδος του Μαρξ – η οποία κινούνταν στην κατεύθυνση της διατύπωσης και επίλυσης του γενικού προβλήματος της ενότητας των επιστημών με νέο τρόπο στις νέες ιστορικές συνθήκες – διατηρεί σήμερα τη σημασία της και μπορεί να προσφέρει αποτελεσματική βοήθεια στους σύγχρονους επιστήμονες κατά την άσκηση του σημαντικού καθήκοντός τους.

Μπ. Μ. Κεντρόφ,
μέλος της Ακαδημίας Επιστημών της ΕΣΣΔ,
διευθυντής του Ινστιτούτου της Ιστορίας της Επιστήμης και της Τεχνολογίας.

Σημείωση:

[1]. Ένα καλό παράδειγμα τέτοιας διεπιστημονικής προσέγγισης μας δόθηκε στη συνδιάσκεψη με θέμα: «Ο άνθρωπος και η κοινωνία στην Επιστημονική και Τεχνολογική Επανάσταση», που έλαβε χώρα στις αρχές Απρίλη φέτος στο Μαρίενμπαντ (Marianske Lazne) της Τσεχοσλοβακίας.

Οι Σοβιετικοί ακαδημαϊκοί, συμπεριλαμβανομένου του συγγραφέα αυτού του κειμένου, συμμετείχαν σε αυτό. Η συνδιάσκεψη βασίστηκε στην ενδιαφέρουσα εργασία μιας μεγάλης ομάδας Τσεχοσλοβάκων ακαδημαϊκών υπό τη διεύθυνση του καθηγητή Ράντοβαν Ρίχτα (Radovan Richta).

Η εργασία τιτλοφορείται: «Ο πολιτισμός στο σταυροδρόμι» (αναμένεται η ρωσική μετάφραση αυτού του βιβλίου).

Στη συζήτηση και την επεξεργασία διάφορων πλευρών αυτού του θέματος συμμετείχαν φιλόσοφοι, οικονομολόγοι, ιστορικοί (συμπεριλαμβανομένων των ιστορικών της επιστήμης και της τεχνολογίας), κοινωνιολόγοι, φοιτητές της επιστήμης ως επιστημονικού πεδίου, αρχιτέκτονες, γιατροί, δάσκαλοι και εκπρόσωποι άλλων επιστημονικών κλάδων.

Έτσι, κατέστη δυνατό να λάβει χώρα στην πράξη μια διεπιστημονική εξέταση των πιο σύνθετων ζητημάτων της τρέχουσας επανάστασης στην επιστήμη και την τεχνολογία.

Το άρθρο είχε δημοσιευτεί στο σοβιετικό περιοδικό
«Voprosy filosofii»
(«Προβλήματα Φιλοσοφίας»), τ. 5/1968
Αναδημοσιεύτηκε στο 3ο τεύχος του 2018 της ΚΟΜΕΠ

Print Friendly, PDF & Email
(Visited 87 times, 1 visits today)
Back2Top