Η αντικομμουνιστική υστερία για το τείχος του Βερολίνου (Μέρος Α’)

Σχετικά με την ανέγερση του τείχους του Βερολίνου

Στις αρχές της δεκαετίας του 1960 η έντονη στρατιωτικοποίηση στο δυτικό τμήμα της Γερμανίας αποτέλεσε σοβαρό παράγοντα ανησυχιών για τις σοσιαλιστικές χώρες και ειδικά για τη ΛΔ Γερμανίας.

Η πολιτική των ανοιχτών συνόρων, ιδιαίτερα με το Δυτικό Βερολίνο, δημιουργούσε στη ΛΔ Γερμανίας πολύπλευρους και σοβαρούς κινδύνους ακόμα και για την κρατική της υπόσταση.

Εκτός από το άνετο και συνεχές πέρασμα κατασκόπων και δολιοφθορέων, η καταλήστευση ανθρώπινων και οικονομικών πόρων της Λαϊκής Δημοκρατίας έπαιζε σημαντικό ρόλο στα ιμπεριαλιστικά σχέδια.

Όπως είχε ομολογήσει σχετικά ο Δυτικογερμανός σοσιαλδημοκράτης καθηγητής Φρ, Μπάαντε:

«Σε έναν ορισμένο βαθμό, η ευημερία μας είναι ένα αποτέλεσμα των διακρίσεων εις βάρος της ΓΛΔ».

Έτσι, στις 12 και 13 Αυγούστου 1961, έπειτα από κοινή έκκληση των κρατών – μελών του Συμφώνου της Βαρσοβίας και καθώς είχε φτάσει στο αποκορύφωμα η ιμπεριαλιστική κατάχρηση των ανοιχτών συνόρων της ΓΛΔ, ένοπλοι σχηματισμοί της, με την υποστήριξη του Κόκκινου Στρατού, κατάφεραν αστραπιαία, σε μία και μόνο νύχτα, να ασφαλίσουν τα σύνορα με το Δυτικό Βερολίνο.

Έκτοτε, το τείχος του Βερολίνου θα γίνει για πολλά χρόνια βασικό συστατικό στοιχείο της αντικομμουνιστικής υστερίας, ακόμα και μετά την κατεδάφισή του στις 9/11/1989.

Με την αφορμή αυτή αναδημοσιεύουμε το Α’ Μέρος από το εξαιρετικά ενδιαφέρον άρθρο του Φάνη Παρρή, μέλος του Τμήματος Ιστορίας της ΚΕ του ΚΚΕ, που δημοσιεύτηκε με την συμπλήρωση 30 χρόνων από την πτώση του.

Η αντικομμουνιστική υστερία για το τείχος του Βερολίνου (Μέρος Α’)

Στους μηχανισμούς της καπιταλιστικής προπαγάνδας το τείχος έχει χαρακτηριστεί ως «έγκλημα», ως «αίσχος», ως «Τείχος της Ντροπής» που χώριζε ένα έθνος, μια πόλη, οικογένειες κοκ.

«Η εκστρατεία δαιμονοποίησης της ΛΔ της Γερμανίας απέτυχε»
Η αντικομμουνιστική υστερία για το τείχος του Βερολίνου

Σήμερα, με τη συμπλήρωση 30 χρόνων από την επικράτηση της αντεπανάστασης στη ΓΛΔ και την «Πτώση του Τείχους», η αντικομμουνιστική προπαγάνδα φουντώνει και θα φουντώσει ακόμα περισσότερο.

Άλλωστε, το τελευταίο ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (19 Σεπτέμβρη 2019), το οποίο αποτελεί μνημείο ιστορικής παραχάραξης, στη θέση 14 προβλέπει και ανάλογες χρηματοδοτήσεις για την αντικομμουνιστική προπαγάνδα.

Συγκεκριμένα, δεσμεύεται να παρέχει:

«Ουσιαστική στήριξη τόσο σε σχέδια ιστορικής μνήμης και εορτασμού της μνήμης στα κράτη μέλη, όσο και στις δραστηριότητες της Πλατφόρμας Ευρωπαϊκής Μνήμης και Συνείδησης,

και να διαθέσει επαρκή χρηματοδοτικά κονδύλια στο πλαίσιο του προγράμματος «Ευρώπη για τους πολίτες», προκειμένου να στηρίξει την απότιση φόρου τιμής και τη μνήμη των θυμάτων του ολοκληρωτισμού».

Πού ακριβώς βρισκόταν το τείχος του Βερολίνου;

Σε πολλά αφιερώματα στο τείχος θα δει κανείς να δημοσιεύονται πληροφορίες που αφορούν το ύψος του (3,2 μ.), το μήκος του, το πάχος του, αλλά συνήθως λείπει μια κρίσιμη πληροφορία: Η γεωγραφική του θέση.

Η συνειδητοποίηση της θέσης του Βερολίνου στη μεταπολεμική Γερμανία θα βοηθούσε τον καθένα, ανεξάρτητα από την άποψη που έχει για το σοσιαλισμό και τον καπιταλισμό, να σκεφτεί περί τίνος πρόκειται, θα συνέβαλλε να αποκαλυφθεί όλος αυτός ο αντικομμουνιστικός οχετός γύρω από το τείχος.

Το Βερολίνο βρισκόταν βαθιά μέσα στην εδαφική επικράτεια της ΓΛΔ.

Συγκεκριμένα, το κέντρο του Βερολίνου απείχε 187 χιλιόμετρα από τα τότε σύνορα Ανατολικής – Δυτικής Γερμανίας, ενώ προς ανατολάς η απόσταση με τα πολωνικά σύνορα ήταν 82 χιλιόμετρα.

Δηλαδή ο ιμπεριαλισμός κατάφερε με νύχια και με δόντια να ελέγξει το τμήμα μιας πόλης που βρισκόταν βαθιά στα ενδότερα μιας άλλης χώρας και ήταν πρωτεύουσά της.

Το ερώτημα είναι: Έπρεπε αυτό το σύνορο να φυλάσσεται;

Και ακόμα περισσότερο:

Έπρεπε να φυλάσσεται στις ιστορικές συνθήκες που προέκυψε καθώς εκεί διαχωρίζονταν δύο αντίθετα ταξικά συστήματα, το καπιταλιστικό της ΟΔΓ και το σοσιαλιστικό της ΓΛΔ, δύο διεθνείς ταξικά αντίθετοι στρατιωτικοί συνασπισμοί, το ΝΑΤΟ και το «Σύμφωνο της Βαρσοβίας»;

Στο Δυτικό Βερολίνο οι Γερμανοί καπιταλιστές καθώς και η CIA και άλλες υπηρεσίες είχαν ρίξει χιλιάδες πράκτορες των μυστικών τους υπηρεσιών.

Οπωσδήποτε είναι γεγονός ότι τα σύνορα μεταξύ ΟΔΓ και ΓΛΔ διαχώριζαν ένα έθνος.

Αλλά το ερώτημα είναι:

Έχει δικαίωμα ο λαός μιας χώρας να πετάξει τους καπιταλιστές εκμεταλλευτές από το σβέρκο του και να οικοδομήσει ένα νέο κοινωνικό οικονομικό σύστημα;

Εδώ δεν μπορεί να υπάρξει μία απάντηση.

  • Από τη σκοπιά της εργατικής τάξης, Ναι.
  • Από τη σκοπιά των καπιταλιστών και του πολιτικού τους προσωπικού, Όχι.

Η αντικομμουνιστική υστερία για το τείχος του Βερολίνου (Μέρος Α')

Επίσης αποτελεί απύθμενη υποκρισία όσων καταγγέλλουν σήμερα το τείχος, ενώ δεν τους καίγεται καρφί για το ισραηλινό τείχος στην Παλαιστίνη, για τη διχοτόμηση της Κύπρου.

Και βέβαια, δεν τους καίγεται καρφί για τα ταξικά τείχη που υψώνονται καθημερινά στο εσωτερικό των χωρών τους, φράζοντας το μέλλον των λαών.

Σήμερα δυνάμεις που χρηματοδοτούν τις αντικομμουνιστικές καμπάνιες με αφορμή το τείχος είναι οι ίδιες που έχουν υποδαυλίσει τον εθνικισμό, το μίσος και έχουν επιβάλει με επεμβάσεις και πολέμους τη χάραξη νέων συνόρων, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα τη διάλυση της ενιαίας Γιουγκοσλαβίας.

Επίσης ο ιμπεριαλισμός επέβαλε στρατιωτικά τη διχοτόμηση της Κορέας και – προσωρινά – του Βιετνάμ.

Αυτό λοιπόν που ήταν και είναι καρφί στο μάτι του ιμπεριαλισμού είναι το γεγονός ότι είχε υπάρξει τμήμα της Γερμανίας που προσπαθούσε να οικοδομήσει σοσιαλιστικές – κομμουνιστικές σχέσεις παραγωγής.

Αυτό είναι που βαφτίζουν έγκλημα.

Άλλωστε, όπως θα δούμε παρακάτω, τα πρώτα βήματα για τον διαχωρισμό της μεταπολεμικής Γερμανίας τα έκανε το ιμπεριαλιστικό στρατόπεδο, η αστική τάξη της Γερμανίας.

Η αντικομμουνιστική υστερία για το τείχος του Βερολίνου – Οι δύο ταξικά αντίθετες Γερμανίες

Το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου βρήκε την αστική εξουσία σε ορισμένες χώρες να κλονίζεται.

Σε αυτό συνέβαλε και η παρουσία του Κόκκινου Στρατού, ο οποίος από τη μία δημιουργούσε εμπόδια στην αναδιοργάνωση της αστικής εξουσίας και από την άλλη έδινε δυνατότητες για το πέρασμα της εξουσίας στα χέρια της εργατικής τάξης.

Για παράδειγμα, στήριξε τη δήμευση και τη μετατροπή σε λαϊκή περιουσία των ιδιοκτησιών των μεγαλοαστών συνεργατών των ναζί που βαρύνονταν με εγκλήματα.

Αυτή η δράση εμπεριέχονταν στις συμβατικές υποχρεώσεις της Συνθήκης του Πότσνταμ και ίσχυε και για τον βρετανικό, αγγλικό, αμερικανικό στρατό.

Όμως μόνο η παρουσία του Κόκκινου Στρατού, από την ταξική του φύση, μπορούσε να εγγυηθεί την εφαρμογή της.

Η παρουσία του Κόκκινου Στρατού δεν ήταν ο αποκλειστικός παράγοντας για την εσωτερική εξέλιξη σε κάθε χώρα.

Για παράδειγμα, η Αυστρία απελευθερώθηκε από τον Κόκκινο Στρατό αλλά παρέμεινε στο καπιταλιστικό στρατόπεδο, ενώ η Αλβανία αποσπάστηκε από το καπιταλιστικό στρατόπεδο, παρόλο που δεν μπήκε ο Κόκκινος Στρατός στο έδαφός της.

Ρόλο έπαιξε σε όλες τις χώρες ο εσωτερικός και διεθνής συσχετισμός δυνάμεων.

Η ΕΣΣΔ, ειδικά για τη Γερμανία, δεν έθεσε ποτέ ζήτημα διαμελισμού.

Αντιθέτως, ο Στάλιν αντιστάθηκε σθεναρά στα πρώτα σχέδια του Τσόρτσιλ, ο οποίος μιλούσε για διαμοιρασμό της ηττημένης Γερμανίας μεταξύ των νικητριών δυνάμεων.

Η άνευ όρων συνθηκολόγηση της ναζιστικής Γερμανίας στις 9 Μάη 1945 οριοθετεί το τέλος του πολέμου για τη Γερμανία. Λίγο αργότερα συνθηκολόγησε και η Ιαπωνία.

Στις 5 Ιούνη 1945, οι τέσσερις νικητές (ΕΣΣΔ, ΗΠΑ, Γαλλία, Βρετανία) υπέγραψαν τη:

«Διακήρυξη σχετικά με την Ήττα της Γερμανίας και την Ανάληψη της Ανώτατης Αρχής»,

σύμφωνα με την οποία η Γερμανία χωρίστηκε σε τέσσερις ζώνες κατοχής και το Βερολίνο σε τέσσερις τομείς.

Από τις 9 Ιούνη εγκαθιδρύονται οι στρατιωτικές κυβερνήσεις των ζωνών κατοχής.

Κάθε ένα από τα κράτη – νικητές είχε την ανώτατη εξουσία στο τμήμα της Γερμανίας που ήταν υπό τον έλεγχό του και στην αντίστοιχη ζώνη στο Βερολίνο μέχρι την επαναδημιουργία του ενιαίου γερμανικού κράτους.

Για ζητήματα τα οποία αφορούσαν ολόκληρη τη Γερμανία, αποφάσιζε το Συμμαχικό Συμβούλιο Ελέγχου, το οποίο αποτελούνταν από εκπροσώπους και των τεσσάρων δυνάμεων.

Η αντικομμουνιστική υστερία για το τείχος του Βερολίνου (Μέρος Α')
Η κοινή διοίκηση του Βερολίνου από τη Σοβιετική Ενωση, τις ΗΠΑ, τη Γαλλία και τη Βρετανία διαλύθηκε από τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις με την εισαγωγή διαφορετικού νομίσματος στη δυτική πλευρά της πόλης. Οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις και οι αρχές του Δυτικού Βερολίνου ξεκίνησαν τη συστηματική μετάλλαξη του Δ. Βερολίνου σε προγεφύρωμα του Ψυχρού Πολέμου

Από τις 17 Ιούλη μέχρι τις 2 Αυγούστου έλαβε χώρα στο Πότσνταμ, 26 χλμ. νοτιοδυτικά του Βερολίνου, η γνωστή Διάσκεψη, στην οποία πήραν μέρος οι ηγέτες της ΕΣΣΔ Ιωσήφ Στάλιν, των ΗΠΑ Χάρι Τρούμαν και της Αγγλίας Ουίνστον Τσώρτσιλ (ο οποίος αντικαταστάθηκε κατά τη διάρκεια από τον νέο πρωθυπουργό Κλέμεντ Ατλι, καθώς έχασε στις εκλογές στις 28 Ιούλη).

Στη Συνδιάσκεψη αυτή πάρθηκαν μια σειρά από κοινές αποφάσεις για την αποναζιστικοποίηση, την αποστρατικοποίηση, τις επανορθώσεις, την κατοχή και διοίκηση του γερμανικού κράτους και γενικά ζητήματα της μεταπολεμικής τάξης πραγμάτων στη Γερμανία.

Όλα τα επιμέρους μέτρα υποτάσσονταν στον κεντρικό στόχο που έθεσε η Διάσκεψη, ο οποίος δεν ήταν άλλος από τη δημιουργία ενός ενιαίου γερμανικού, αποστρατιωτικοποιημένου, αποναζιστικοποιημένου, δημοκρατικά οργανωμένου κράτους.

Τα αστικά κράτη δεν τήρησαν ούτε λέξη από αυτά που υπέγραψαν στο Πότσνταμ.

Για παράδειγμα, ενώ στη Σοβιετική Ζώνη Κατοχής χιλιάδες στελέχη του ναζιστικού κρατικού μηχανισμού απομακρύνθηκαν από τις θέσεις τους, στις ζώνες κατοχής των καπιταλιστών οι χιλιάδες ναζιστές παρέμειναν στα σημεία – κλειδιά του κρατικού μηχανισμού και χιλιάδες αναβαθμίστηκαν.

Οι σοβιετικές θέσεις για μια ενιαία και «αποναζιστικοποιημένη», «ειρηνική» Γερμανία μπορεί σήμερα να εγείρουν κριτική για ουτοπισμό, καθώς είναι αδύνατο ένα καπιταλιστικό κράτος να προσανατολιστεί σε ουδετερότητα απέναντι στο σοσιαλισμό και τον καπιταλισμό, ούτε μπορεί να υποδειχθεί σε αυτό το κράτος με ποια πρόσωπα θα στελεχώσει τον κρατικό του μηχανισμό.

Επίσης, δεν μπορεί να υπάρξει ένα κράτος μισό καπιταλιστικό – μισό σοσιαλιστικό.

Όμως, αυτές τις θέσεις για Γερμανία ουδέτερη και αποναζιστικοποιημένη τις υποστήριξαν οι κομμουνιστές και άλλες λαϊκές δυνάμεις της Ανατολικής Γερμανίας καθώς και η ΕΣΣΔ σχεδόν μέχρι το 1960.

«Η τριζωνία» – Ο ιμπεριαλισμός κάνει το πρώτο βήμα για διαχωρισμό της Γερμανίας

Ο καπιταλιστικός κόσμος από την πρώτη στιγμή με ταξικό κριτήριο διακήρυξε και διασφάλισε ώστε στο έδαφος που κατείχε στρατιωτικά να κατοχυρωθούν οι καπιταλιστικές σχέσεις ιδιοκτησίας, αδιαφορώντας αν θα διαιρεθεί η Γερμανία.

«Πλην-Λακεδαιμονίων»-ναι-αλλά-ποιοι-φυλάξαν-θερμοπύλες
Η αντικομμουνιστική υστερία για το τείχος του Βερολίνου

Αυτό είναι εξηγήσιμο, απλώς υπογραμμίζει πόσο υποκριτική είναι η προπαγάνδα τους για τη διαιρεμένη Γερμανία.

Από το 1946 οι καπιταλιστικές δυνάμεις κατοχής της Γερμανίας διακήρυσσαν ανοιχτά την πρόθεσή τους για δημιουργία δύο γερμανικών κρατών.

Στις 15 Σεπτέμβρη 1946, το υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ δημοσίευσε μία 37σέλιδη αναφορά για τις εξελίξεις στη Γερμανία και τη στάση της, όπου αναφέρεται:

«Οι ΗΠΑ δεν μπορούν να αποδεχτούν καμία πιθανή κυριαρχούμενη από τους κομμουνιστές Γερμανία και ο στόχος μίας ουδέτερης Γερμανίας θα ετίθετο σε αμφισβήτηση από μία κυρίαρχη κομμουνιστική επιρροή (αν οι Σοβιετικοί έμπαιναν εμπόδιο στα σχέδια των Αμερικανών για οικονομική ένωση της Γερμανίας)

[…] θα έπρεπε να συνεχίσουμε με την ένωση της Δυτικής Γερμανίας – με τους Βρετανούς και αν είναι εφικτό και με τους Γάλλους – και με την αποκατάσταση της οικονομίας σε αυτή την περιοχή.

Αυτή η εναλλακτική θα σήμαινε τη διαίρεση της Γερμανίας σε ένα ανατολικό και ένα δυτικό κράτος».[1]

Στην ίδια κατεύθυνση εκφράζονται ανοιχτά και οι Βρετανοί.

Στη συνάντηση μεταξύ του Βρετανού υπουργού Εξωτερικών, Ernest Bevin, και του επικεφαλής της βρετανικής ζώνης κατοχής, John Hynd, στις 3 Απρίλη 1946 υπήρξε συμφωνία ότι δεν ήταν επιθυμητή η δημιουργία γερμανικής κεντρικής διοίκησης ή γερμανικής κυβέρνησης αν – όπως φοβόντουσαν – αυτές ήταν υπό κομμουνιστικό έλεγχο.

Γι’ αυτό καλούσαν σε δημιουργία κυβέρνησης στη βρετανική ζώνη, η οποία στην πορεία θα ενωνόταν με τις υπόλοιπες δυτικές ζώνες, δημιουργώντας ένα συμπαγές αντισοβιετικό μπλοκ.[2]

Οι παραπάνω σκέψεις έγιναν πράξη λίγους μήνες αργότερα.

Στις 2 Δεκέμβρη 1946, ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Byrnes, και ο Άγγλος ομόλογός του, Bevin, παραβιάζοντας απροσχημάτιστα τις αποφάσεις του Πότσνταμ, υπέγραψαν συμφωνία για την ενοποίηση της αμερικανικής και της αγγλικής ζώνης κατοχής σε μία (την αποκαλούμενη και διζωνία).

Στη συνέχεια προσχώρησε και η γαλλική ζώνη, δημιουργώντας μία συμπαγή ιμπεριαλιστική ζώνη («τριζωνία») η οποία αποτέλεσε το πρόπλασμα για τη δημιουργία της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, δηλαδή της καπιταλιστικής Γερμανίας.

Το επόμενο βήμα της «τριζωνίας» ήταν η νομισματική μεταρρύθμιση της 20ής Ιούνη 1948, οπότε το παλιό μάρκο (ράιχσμαρκ) αντικαταστάθηκε από το Γερμανικό Μάρκο (Deutsche Mark – DM).

Οι Σοβιετικοί βρέθηκαν προ τετελεσμένων, στις 23 Ιούνη η Σοβιετική Στρατιωτική Διοίκηση (ΣΣΔ) προχώρησε και αυτή σε νομισματική μεταρρύθμιση, αντικαθιστώντας το ράιχσμαρκ με το ανατολικογερμανικό μάρκο.

Η αντικομμουνιστική υστερία για το τείχος του Βερολίνου (Μέρος Α')
Η αντικομμουνιστική υστερία για το τείχος του Βερολίνου

Τη νομισματική μεταρρύθμιση ακολούθησε το δεύτερο και σημαντικότερο βήμα: Αυτό της δημιουργίας ξεχωριστού γερμανικού κράτους στις δυτικές ζώνες κατοχής.

Στις 23 Μάη 1949 ιδρύθηκε η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας (ΟΔΓ).

Επίσημα η δημιουργία ξεχωριστού κράτους από τις τρεις δυτικές ζώνες κατοχής είχε αποφασιστεί από τον Δεκέμβρη του 1947 στη Συνδιάσκεψη του Λονδίνου.

Στη Δυτική Γερμανία, καθώς αντιμετώπιζαν την ανατολική πλευρά ως κατακτημένη, χρησιμοποιούσαν τον όρο «απελευθέρωση» και όχι επανενοποίηση.

Επίσης η καπιταλιστική Γερμανία, με την ανοχή των «Δυτικών», δεν αναγνώριζε ούτε τα νέα ευρωπαϊκά σύνορα που όριζε η Συνθήκη του Πότσνταμ.

Συγκεκριμένα, δεν αναγνώριζε τα γερμανοπολωνικά σύνορα που είχαν μετακινηθεί προς τα δυτικά σε βάρος της προπολεμικής Γερμανίας έως τη γραμμή των ποταμών Οντερ και Νάισε.

Η ΓΛΔ αναγνώριζε αυτά τα σύνορα, δηλαδή τη Συνθήκη του Πότσνταμ, γι’ αυτό και χαρακτηρίζονταν παράγοντας ειρήνης στον μεταπολεμικό κόσμο.

Αντιθέτως η ΟΔΓ ρεβανσιστικά επιδίωκε να φτάσει στα προπολεμικά γερμανικά σύνορα του 1937.

Η ίδρυση της Γερμανικής Λαοκρατικής Δημοκρατίας

Στη σοβιετική ζώνη κατοχής τα βήματα για τη δημιουργία ξεχωριστού γερμανικού κράτους ακολουθούσαν με καθυστέρηση εκείνα που έγιναν στην «τριζωνία».

Οκτώ μήνες αργότερα από την ΟΔΓ, στις 7 Οκτώβρη 1949, ιδρύθηκε η Γερμανική Λαοκρατική Δημοκρατία (ΓΛΔ).

Στις 10 Οκτώβρη η εξουσία παραδόθηκε από τη Σοβιετική Στρατιωτική Διοίκηση στην κυβέρνηση της ΓΛΔ.

Στις 11 Οκτώβρη ο Βίλχελμ Πικ εξελέγη πρώτος Πρόεδρος της ΓΛΔ.

Οι Σοβιετικοί και οι Ανατολικογερμανοί πίεζαν σταθερά για την εφαρμογή του Πότσνταμ και τη μη διαίρεση της Γερμανίας.

Στις 23 Μάη 1948 διατυπώνουν επίσημα την πρόταση για δημοψήφισμα όλων των Γερμανών, έτσι ώστε να πουν οι Γερμανοί τη γνώμη τους γι’ αυτό που ήδη είχε διακηρυχτεί στο Πότσνταμ, τη δημιουργία ενιαίας Γερμανίας.

Οι ζώνες κατοχής των καπιταλιστικών κρατών αμέσως απαγόρευσαν το δημοψήφισμα στην επικράτειά τους.

Από τη μεριά τους οι Ανατολικογερμανοί και οι Σοβιετικοί ακόμα και την ίδρυση της ΓΛΔ την έβλεπαν σαν πρώτο βήμα για τη δημιουργία της ενιαίας Γερμανίας.

Για άλλη μια φορά το ΕΣΚΓ (Ενιαίο Σοσιαλιστικό Κόμμα Γερμανίας, το κόμμα που καθοδηγούσε τη σοσιαλιστική οικοδόμηση και το οποίο ιδρύθηκε στις 21 Απρίλη 1946, μετά από συνένωση του Κομμουνιστικού και του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος της ανατολικής ζώνης) ζήτησε το 1952 να εγκριθεί με δημοψήφισμα το αίτημα της ενιαίας Γερμανίας.

Τα καπιταλιστικά κράτη όμως αντιστάθηκαν σθεναρά.

Το 1952 ο Στάλιν απέστειλε στον καγκελάριο της ΟΔΓ Κόνραντ Αντενάουερ μία διπλωματική νότα, με την οποία ζητούσε την επανένωση της Γερμανίας, σύμφωνα με τα υπογεγραμμένα στο Πότσνταμ:

Απόσυρση όλων των ξένων στρατευμάτων από το γερμανικό έδαφος, απόδοση δημοκρατικών δικαιωμάτων και δημιουργία εθνικού στρατού του ενιαίου κράτους.

Ο μοναδικός όρος για όλα αυτά ήταν η δήλωση ουδετερότητας της ενιαίας Γερμανίας.

Η αντικομμουνιστική υστερία για το τείχος του Βερολίνου (Μέρος Α')

Ο Αντενάουερ μαζί με τους Αμερικανούς, τους Βρετανούς και τους Γάλλους συνέχισαν στην ίδια γραμμή, απορρίπτοντας όλες αυτές τις προτάσεις.

Ο ίδιος ο Αντενάουερ ανοιχτά δήλωνε ότι προτιμούν να ελέγχουν εξολοκλήρου τη μισή Γερμανία παρά κατά το ήμισυ ολόκληρη τη Γερμανία.

Από την πλευρά των σοσιαλιστικών κρατών, η υπερεκτίμηση του μεταπολεμικού συσχετισμού δυνάμεων και αργότερα η κοινοβουλευτική αντίληψη για το πέρασμα από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό δημιούργησαν αυταπάτες για τη δυνατότητα να «τραβηχτεί» ειρηνικά η Δυτική Γερμανία στη σοσιαλιστική οικοδόμηση.

Σε αυτό το πλαίσιο, η δημιουργία της ΓΛΔ είχε περισσότερο μεταβατικό χαρακτήρα, με σκοπό την ενιαία Γερμανία.

Χαρακτηριστικό είναι ότι στο πρώτο Σύνταγμα της ΓΛΔ δεν ορίζεται ούτε ξεχωριστή σημαία ούτε εθνόσημο, αφού αυτά προβλέπονταν για την ενιαία Γερμανία.

Η γνωστή σημαία της ΓΛΔ, με έμβλημα το σφυρί και το διαβήτη κυκλωμένα από στάχυ πάνω στη μαύρη – κόκκινη – κίτρινη ρίγα, καθιερώθηκε την 1η Οκτώβρη 1959, δέκα χρόνια ακριβώς μετά την ίδρυση της ΓΛΔ.

Μέχρι το 1959 είχε ως σημαία εκείνη της προχιτλερικής Γερμανίας.

Στις 9 Μάη 1955 η ΟΔΓ μπήκε στο ΝΑΤΟ. Τα πράγματα πλέον ήταν ξεκάθαρα. Η ΟΔΓ ήταν πλέον προμαχώνας της αντιπαράθεσης του ιμπεριαλισμού με το σοσιαλισμό.

Σε απάντηση στην προσχώρηση της ΟΔΓ στο ΝΑΤΟ και αφού η απειλή πλέον γιγαντώθηκε, στις 14 Μάη 1956 ιδρύθηκε από 8 ευρωπαϊκές σοσιαλιστικές χώρες η «Συνθήκη Φιλίας, Συνεργασίας και Αμοιβαίας Βοήθειας», γνωστή και ως Σύμφωνο της Βαρσοβίας, όπου προσχώρησε και η ΓΛΔ.

Ένα χρόνο μετά την προσχώρηση της ΟΔΓ στο ΝΑΤΟ και δύο μήνες μετά την ίδρυση του στρατού της ΟΔΓ (Bundeswehr), ιδρύθηκε ο Εθνικός Λαϊκός Στρατός της ΓΛΔ (Nationale Volksarmee).

Η αντικομμουνιστική υστερία για το τείχος του Βερολίνου (Μέρος Α')
Η αντικομμουνιστική υστερία για το τείχος του Βερολίνου

Ο Εριχ Χόνεκερ καταγράφει:

«Ενώ στο πρώτο μισό της δεκαετίας του ’50 προσπαθήσαμε, σε συνεργασία με τις πατριωτικές δυνάμεις της ΟΔΓ και με πολλές απευθείας προτάσεις στον πρόεδρο της Ομοσπονδίας, στο Μπούντεσταγκ και στην Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση,

να βρούμε δρόμους που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε μια δημοκρατική επανένωση της Γερμανίας, σ’ ένα φιλειρηνικό και προοδευτικό κράτος, λιγόστευαν με τον καιρό όλο και περισσότερο οι πιθανότητες για μια τέτοια προοπτική».[3]

Συνεχίζεται με το Β’ Μέρος

Σημειώσεις:

[1]. ΝΑ RG 59: Department of State, Dec. Files 740.000 119 Control (Germany) 9-1546. Αναφορά στο Βadstubner, R.: «Vom «Reich» zum doppelten Deutschland, Gesellschaft und Politik im Umbruch», Dietz, Βερολίνο, 1999, σελ. 132.
[2]. Χρήστος Μπαλωμένος: «Η παγκόσμια σύγκρουση μεταξύ σοσιαλισμού και καπιταλισμού όπως εκφράστηκε στη ΓΛΔ και στο Βερολίνο», ΚΟΜΕΠ, τεύχος 1/2010.
[3]. Έριχ Χόνεκερ: «Από τη ζωή μου», Εκδόσεις «Ειρήνη», σελ. 202.

Φάνης Παρρής,
Μέλος του Τμήματος Ιστορίας της ΚΕ του ΚΚΕ

Πηγή: Ριζοσπάστης

Print Friendly, PDF & Email
(Visited 944 times, 1 visits today)
Back2Top