Το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας – Μέρος 3ο

Το ζήτημα της επέκτασης των ορίων της αιγιαλίτιδας ζώνης

Συνέχεια από το 2ο Μέρος

Με δεδομένο ότι το ανώτατο επιτρεπτό εύρος της αιγιαλίτιδας ζώνης καθορίζεται από το άρθρο 3 της Σύμβασης για το Δίκαιο της Θάλασσας (ΔΘ) στα 12 ναυτικά μίλια, η Ελλάδα δικαιούται να επεκτείνει την αιγιαλίτιδα ζώνη της μέχρι το ανώτατο αυτό επιτρεπτό όριο.

Με το Νόμο 2321/1995 η Ελλάδα επικύρωσε τη Σύμβαση ΔΘ και στο άρθρο 2 διατύπωνε ρητά το δικαίωμα επέκτασης στα 12 ν.μ. και παρείχε την εξουσιοδότηση για την έκδοση των σχετικών προεδρικών διαταγμάτων.

Η δυνατότητα αυτή καθορίζεται επίσης από το εθιμικό Δίκαιο και, μάλιστα, το γεγονός ότι το όριο των 12 ν.μ. αποτελεί κανόνα του εθιμικού δικαίου, το έχει αναγνωρίσει και η Τουρκία ήδη από το 1956 με ρηματική διακοίνωση στον ΟΗΕ, και το εφάρμοσε με την επέκταση της αιγιαλίτιδας ζώνης της στα 12 ν.μ. στη Μαύρη Θάλασσα.

Η επέκταση, σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο, μπορεί να γίνει με μονομερή γνωστοποιητέα εσωτερική πράξη και να καλύπτει όλες τις θαλάσσιες περιοχές της Ελλάδας, δηλαδή, δε χρειάζεται προηγούμενη συμφωνία με τα παράκτια κράτη της περιοχής για την επέκταση της αιγιαλίτιδας ζώνης της Ελλάδας.

Βέβαια, ειδικά για τις περιοχές όπου η απόσταση με τις αντικείμενες ακτές είναι μικρότερη των 24 ν.μ. απαιτείται προηγούμενη συμφωνία για την οριοθέτηση της αιγιαλίτιδας ζώνης, αλλά, όταν αυτή δεν υπάρχει, επιτρέπεται μονομερώς η επέκταση μέχρι τη μέση γραμμή.

Ο Ν. Κοτζιάς κατά την αποχώρησή του από το υπουργείο Εξωτερικών, τον Οκτώβρη του 2018, δήλωνε ότι είναι έτοιμα προς υπογραφή τα σχετικά διατάγματα, ενώ ο Κ. Μητσοτάκης, κατά τη συζήτηση στη Βουλή για τις Συμφωνίες Ελλάδας – Ιταλίας και Ελλάδας – Αιγύπτου, εξήγγειλε την επέκταση της αιγιαλίτιδας ζώνης στα 12ν.μ. στην περιοχή του Ιονίου.

Το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας - Μέρος 3ο
Το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας – Μέρος 3ο (Τα χωρικά ύδατα Ελλάδας και Τουρκίας στα 6 ν.μ. που ισχύει σήμερα και στα 12 ν.μ.)

Με απόφαση της τουρκικής Βουλής από το 1995, η επέκταση της ελληνικής αιγιαλίτιδας ζώνης θεωρείται «αιτία πολέμου».

Από την άλλη, επέκταση της αιγιαλίτιδας ζώνης μόνο σε ένα τμήμα της επικράτειας και όχι στο σύνολό της μπορεί να ερμηνευτεί, κυρίως από την πλευρό της Τουρκίας, ως αποδοχή από την ελληνική πλευρό της ύπαρξης «γκρίζων ζωνών» στο Αιγαίο.

Πρέπει να συνυπολογίσουμε επίσης ότι η Συμφωνία Ελλάδας – Ιταλίας, μεταξύ άλλων, έχει δημιουργήσει το εξής «προηγούμενο»:

Η ελληνική πλευρά έχει συμφωνήσει στη διατήρηση των δικαιωμάτων του ιταλικού αλιευτικού στόλου στη θαλάσσια περιοχή μεταξύ των 6 και των 12 ν.μ., όπως αυτό ίσχυαν όταν η συγκεκριμένη περιοχή τελούσε υπό το καθεστώς της ανοιχτής θάλασσας, πριν τη Συμφωνία.

Αυτό σημαίνει ότι η ελληνική πλευρό έχει αποδεχτεί την εκχώρηση κυριαρχικών δικαιωμάτων –σίγουρα ως προς τα δικαιώματα στην αλιεία– για το τμήμα που θα προστεθεί στην ελληνική αιγιαλίτιδα ζώνη.

Γίνεται φανερό λοιπόν ότι η επέκταση της αιγιαλίτιδας ζώνης από μόνη της δεν μπορεί να λειτουργήσει υπέρ των λαϊκών συμφερόντων, ούτε φυσικά συνιστούν «πατριωτικό καθήκον» κι «επιθετική διπλωματία» προς όφελος του λαού οι σχετικές εξαγγελίες.

Ενδεχομένως μπορεί να αποτελέσει λόγο όξυνσης των ανταγωνισμών και των αντιθέσεων, να πυροδοτήσει νέες εντάσεις και απειλές ιμπεριαλιστικού πολέμου, καθώς μπλέκεται στο κουβάρι των αντιθέσεων και των ανταγωνισμών των αστικών τάξεων, κρατών και κυβερνήσεων και είναι μέρος των ενδιαφερόντων και σχεδιασμών των ΗΠΑ, του ΝΑΤΟ και της ΕΕ, γενικότερα των ιμπεριαλιστικών συμμαχιών.

Το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας – Μέρος 3ο – Στενά Διεθνούς Ναυσιπλοΐας

Η επέκταση της αιγιαλίτιδας ζώνης στα 12 ν.μ. θα επιδράσει και στα «διεθνή στενά», όπως λέγονται τα θαλάσσια περάσματα στα οποία ισχύει το καθεστώς του «πλου διέλευσης».

Η σημερινή διαμόρφωση του ελληνικού θαλάσσιου χώρου, με βάση αιγιαλίτιδα ζώνη των 6 μιλιών, επιτρέπει την ύπαρξη μεγάλου αριθμού στενών.[1]

Ένα θαλάσσιο στενό, προκειμένου να υπαχθεί στο συγκεκριμένο ειδικό νομικό καθεστώς, θα πρέπει να ανήκει στην αιγιαλίτιδα ζώνη παράκτιου κράτους, να συνδέει ορισμένες θαλάσσιες ζώνες, όπως ανοιχτή θάλασσα ή ΑΟΖ με ανοιχτή θάλασσα ή ΑΟΖ, ανοιχτή θάλασσα με αιγιαλίτιδα ζώνη τρίτου κράτους, να είναι χρήσιμο στη διεθνή ναυσιπλοΐα.

Οι οριστικές ρυθμίσεις για το καθεστώς στα στενά αποτελούν προϊόν συμβιβασμού μεταξύ των κρατών που υποστήριζαν ότι στα διεθνή στενά πρέπει να ισχύει το καθεστώς της αβλαβούς διέλευσης, και εκείνων που υποστήριζαν ότι από τα διεθνή στενά η διέλευση θα πρέπει να είναι παντελώς ελεύθερη, χωρίς περιορισμούς.

Έτσι, καθιερώθηκε ένας νέος θεσμός, ο «πλους διέλευσης», που αποσυνδέει το καθεστώς και τις ρυθμίσεις διέλευσης στα στενά από το θεσμό της αβλαβούς διέλευσης που ισχύει στην αιγιαλίτιδα ζώνη.

Ως «πλους διέλευσης» νοείται η άσκηση της ελευθερίας της ναυσιπλοΐας και της υπερπτήσης με σκοπό το συνεχή και ταχύ διάπλου των διεθνών στενών. Ο διάπλους αυτός πρέπει να είναι απρόσκοπτος, να μην παρεμποδίζεται δηλαδή ή να διακόπτεται από το παράκτιο κράτος, ούτε για λόγους ασφαλείας.

Η Σύμβαση ΔΘ προβλέπει ότι όλα τα πλοία, τόσο τα εμπορικά όσο και τα κρατικά/πολεμικά, απολαμβάνουν το δικαίωμα του πλου διέλευσης.

Τα υποβρύχια μπορούν να διέλθουν μόνο εν καταδύσει, ενώ στα πολεμικά πλοία επιτρέπεται η είσοδος στα διεθνή στενά χωρίς υποχρέωση προηγούμενης ειδοποίησης και τους δίνεται η δυνατότητα να διαπλέουν χωρίς να υπόκεινται στο ενδεχόμενο διακοπής της πορείας τους από την παρέμβαση του παράκτιου κράτους.

Αναγνωρίζονται ορισμένα δικαιώματα στα παράκτια κράτη σε σχέση με τα πλοία και αεροσκάφη που ασκούν το δικαίωμα του πλου διέλευσης.

Το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας - Μέρος 3ο

Μπορούν να νομοθετούν αρχικά:

α) Για την ασφάλεια της ναυσιπλοΐας και τη ρύθμιση της θαλάσσιας κυκλοφορίας,

β) για την αποφυγή, μείωση, και έλεγχο της ρύπανσης,

γ) για την παρεμπόδιση της αλιείας, συμπεριλαμβανομένης της στοίβασης αλιευτικού εξοπλισμού επί αλιευτικών σκαφών και

δ) τη φόρτωση ή εκφόρτωση οποιοσδήποτε εμπορεύματος, χρημάτων ή προσώπων, κατά παράβαση της παράκτιας τελωνειακής, δημοσιονομικής, μεταναστευτικής ή υγειονομικής νομοθεσίας.

Σε σχέση με την άσκηση αστικής ή ποινικής δικαιοδοσίας η Σύμβαση δεν αναφέρεται ρητά, οπότε γίνεται δεκτό ότι ισχύουν αναλογικά οι σχετικές διατάξεις περί αβλαβούς διέλευσης στην αιγιαλίτιδα ζώνη.

Επίσης τα παράκτια κράτη έχουν το δικαίωμα να προσδιορίζουν θαλάσσιους διαδρόμους και να καθορίζουν σχέδια διαχωρισμού κυκλοφορίας για τη ναυσιπλοΐα σε στενά, όπου αυτό είναι αναγκαίο για την ασφαλή διέλευση των πλοίων.

Αντίστοιχα, τόσο τα παράκτια κράτη όσο και τα πλοία και τα αεροσκάφη κατά την άσκηση του δικαιώματος πλου διέλευσης υπόκεινται σε συγκεκριμένες υποχρεώσεις.

Τα παράκτια κράτη οφείλουν να εξασφαλίζουν τον απρόσκοπτο πλου διέλευσης, να δίνουν τη δέουσα δημοσιότητα για οποιονδήποτε κίνδυνο για τη ναυσιπλοΐα ή την υπερπτήση στο στενό, καθώς και να συνεργάζονται με τα κράτη που χρησιμοποιούν το στενό για ζητήματα ασφάλειας ή/και αποτροπής της ρύπανσης.

Τα πλοία και τα αεροσκάφη οφείλουν να διέρχονται ή να υπερίπτανται των στενών χωρίς καθυστέρηση, να απέχουν από την απειλή ή χρήση βίας εναντίον της κυριαρχίας, της εδαφικής ακεραιότητας ή της πολιτικής ανεξαρτησίας των παράκτιων στα στενά κρατών κ.ο.κ., καθώς και να συμμορφώνονται με τους γενικώς αποδεκτούς κανονισμούς σχετικά με την ασφάλεια στη θάλασσα, όπως και τους κανόνες εναέριας κυκλοφορίας.

Σε περίπτωση που παραβιαστούν τα παραπάνω, τότε το κράτος της σημαίας του πλοίου θα φέρει διεθνώς ευθύνη για οποιοδήποτε απώλεια ή βλάβη που μπορεί να έχει προκληθεί στα παράκτια κράτη.

Τέλος, για τη διενέργεια θαλάσσιας επιστημονικής έρευνας και υδρογραφικών εργασιών κατά τη διάρκεια του πλου διέλευσης απαιτείται η προηγούμενη άδεια του παράκτιου κράτους.

Προθμός Κέρκυρας
Το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας – Μέρος 3ο (Ο πορθμός της Κέρκυρας)

Στο καθεστώς των Στενών Διεθνούς Ναυσιπλοΐας δεν περιλαμβάνονται:

α) Τα στενά που διέπονται από το καθεστώς της αβλαβούς διέλευσης, είτε όταν πρόκειται για στενά που ενώνουν την αιγιαλίτιδα ζώνη ενός κράτους με τμήμα της ανοιχτής θάλασσας ή με την ΑΟΖ άλλου κράτους, είτε όταν πρόκειται για στενά που σχηματίζονται από το ηπειρωτικό έδαφος ενός κράτους και ενός νησιού που του ανήκει, εφόσον υπάρχει ανοιχτά του νησιού δυνατότητα πλου μέσα από την ανοιχτή θάλασσα ή από ΑΟΖ, παρόμοιας καταλληλότητας.

Το δικαίωμα αβλαβούς διέλευσης μέσα από τις παραπάνω κατηγορίες στενών δεν επιτρέπεται να ανασταλεί ούτε για λόγους ασφαλείας,

β) Στενά που διέπονται από ειδικό καθεστώς (π.χ. τα Στενά των Δαρδανελίων,[2] το Στενό του Γιβραλτάρ, τα Στενά του Μαγγελάνου, στη Νότια Αμερική που ενώνουν τον Ατλαντικό με τον Ειρηνικό Ωκεανό, τα Στενά της Δανίας που συνδέουν τη Βαλτική με τη Βόρεια Θάλασσα, τα Στενά της Μάλαγα στη Μαλαισία),

γ) Ορισμένες διώρυγες που εξυπηρετούν τη διεθνή ναυσιπλοΐα, οι οποίες υπάγονται σε ειδικό διεθνές καθεστώς σχετικά με την ακώλυτη ναυτιλιακή χρήση τους (όπως η Διώρυγα του Σουέζ, η Διώρυγα του Παναμά και η Διώρυγα του Κιέλου).

Ανοιχτή Θάλασσα

Στο καθεστώς της ανοιχτής θάλασσας (ή αλλιώς «διεθνή ύδατα») υπάγονται τα ύδατα και ο αντίστοιχος εναέριος χώρος των θαλάσσιων περιοχών που βρίσκονται πέρα από το εξωτερικό όριο της αιγιαλίτιδας ζώνης ή, στην περίπτωση που το παράκτιο κράτος έχει υιοθετήσει ΑΟΖ, πέρα από το εξωτερικό όριο της ΑΟΖ.

Όσον αφορά το έδαφος και το υπέδαφος της ανοιχτής θάλασσας, υπάγονται είτε στην υφαλοκρηπίδα του δεδομένου παράκτιου κράτους είτε στην Περιοχή (δηλαδή στο διεθνή βυθό).

Τα διεθνή ύδατα διέπονται από την αρχή της ελευθερίας των θαλασσών, που περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων:

α) Την ελευθερία της ναυσιπλοΐας, δηλαδή την ελεύθερη κυκλοφορία πλοίων που φέρουν τη σημαία δεδομένου κράτους, το οποίο ασκεί αποκλειστική αρμοδιότητα, δηλαδή έχει συγκεκριμένες υποχρεώσεις και δικαιώματα ως «κράτος σημαίας».

Τουρκία αιγαίο

Η απονομή της εθνικότητας στο πλοίο επιφέρει τις εξής έννομες συνέπειες:

i) Το πλοίο υπόκειται στην ανοιχτή θάλασσα στην αποκλειστική αρμοδιότητα του κράτους σημαίας,
ii) δεν μπορεί να αλλάξει σημαία κατά τη διάρκεια του πλου ή κατά την προσέγγιση σε λιμάνι, εκτός από την περίπτωση της πραγματικής μεταβίβασης της ιδιοκτησίας ή αλλαγής νηολογίου,
ίίί) το κράτος σημαίας είναι το μόνο που νομιμοποιείται να ασκήσει διπλωματική προστασία υπέρ του πλοίου,
ίν) για το κράτος σημαίας δημιουργούνται μια σειρά διοικητικές υποχρεώσεις.

β) Την ελευθερία της αλιείας, όπου τίθενται δύο βασικοί περιορισμοί στην κατεύθυνση της διατήρησης των ζώντων πόρων της ανοιχτής θάλασσας, καθορισμού επιτρεπτού όγκου αλιεύματος και άλλων μέτρων προστασίας, διατήρησης και αποκατάστασης των αποθεμάτων των αλιευόμενων ειδών, προστασίας των θαλάσσιων θηλαστικών, αλλά και ρύθμισης για τα «αλληλοεπικαλυπτόμενα» αποθέματα.

γ) Δικαίωμα σε όλα τα αεροσκάφη, στρατιωτικά και πολιτικά, υπερπτήσης στην ανοιχτή θάλασσα. Γι’ αυτό, στο πλαίσιο της Σύμβασης του Σικάγου το 1944 για τη Διεθνή Πολιτική Αεροπορία αναγνωρίζονται ορισμένες αρμοδιότητες ελέγχου σε επίγεια κέντρα και ως προς την πτήση πάνω από την ανοιχτή θάλασσα.

Η Ελλάδα με το κέντρο των Αθηνών ελέγχει και συντονίζει τις πτήσεις που διέρχονται σε μια περιοχή, η οποία περιλαμβάνει συνοπτικά την αιγιαλίτιδα ζώνη της Ελλάδας, καθώς και τα διεθνή ύδατα του Αιγαίου, του Λιβυκού Πελάγους, τμήματος της Ανατολικής Μεσογείου και του Ιονίου Πελάγους.

δ) Την τοποθέτηση υποβρύχιων καλωδίων και αγωγών, με την επιφύλαξη των διατάξεων που αφορούν την υφαλοκρηπίδα ενώ η Σύμβαση ΔΘ προβλέπει και συγκεκριμένες υποχρεώσεις για τα κράτη που τα τοποθετούν.

ε) Την τοποθέτηση τεχνητών νήσων και άλλων εγκαταστάσεων, υπό την επιφύλαξη των διατάξεων για την υφαλοκρηπίδα.

στ) Την επιστημονική έρευνα. Όλα τα κράτη και οι διεθνείς οργανισμοί έχουν το δικαίωμα να διεξάγουν θαλάσσια επιστημονική έρευνα πέρα από το εξωτερικό όριο της ΑΟΖ, δηλαδή σε περιοχές της ανοιχτής θάλασσας.

Δεν περιλαμβάνεται η αρχαιολογική έρευνα ή η μελέτη της εκμετάλλευσης των ζώντων πόρων, αλλά η φυσική ωκεανογραφία, η θαλάσσια βιολογία και η θαλάσσια γεωφυσική και γεωλογία.

Προβλέπονται βέβαια και περιορισμοί στην άσκηση των παραπάνω ελευθεριών, όπως η υποχρεωτική συνεκτίμηση των συμφερόντων των άλλων κρατών και η χρήση αποκλειστικά για ειρηνικούς σκοπούς, ενώ απαγορεύεται τυπικά η απειλή και χρήση βίας «κατά της εδαφικής ακεραιότητας και της πολιτικής ανεξαρτησίας οποιοσδήποτε κράτους».

Βέβαια, τα ναυτικά στρατιωτικά γυμνάσια δεν απαγορεύονται από τη Σύμβαση ΔΘ, με την αιτιολογία ότι αποτελούν μία από τις παραδοσιακές χρήσεις της ανοιχτής θάλασσας, με δεδομένους ορισμένους περιορισμούς όπως η γενική υποχρέωση για αποχή από την απειλή ή χρήση βίας κατά της εδαφικής ακεραιότητας οποιουδήποτε κράτους.

Εκτός του γενικού κανόνα της αποκλειστικής αρμοδιότητας του κράτους σημαίας υπάρχει η εξαίρεση της οικουμενικής δικαιοδοσίας στην ανοιχτή θάλασσα.

Αυτή συνεπάγεται αρμοδιότητα όλων των κρατών, χωρίς να εξετάζεται κατά πόσον ή όχι υπάρχει σύνδεσμος αρμοδιότητας προς ορισμένο κράτος, ειδικά για περιπτώσεις διάπραξης ορισμένων εγκλημάτων τα οποία αποκαλούνται «διεθνή», όπως η πειρατεία, η γενοκτονία, το δουλεμπόριο, καθώς και ορισμένα εγκλήματα πολέμου.

Φυσικά, στο όνομα της καταπολέμησης των «διεθνών» εγκλημάτων παίρνονται και μέτρα περαιτέρω καταστολής, που μπορούν να στραφούν κατά του εργατικού-λαϊκού κινήματος.

Όπως, για παράδειγμα, η Σύμβαση της Ρώμης της 10ης Μάρτη 1988 για την Καταστολή Παράνομων Πράξεων Κατά της Ασφάλειας της Θαλάσσιας Ναυσιπλοΐας, με την οποία συμπεριλαμβάνονται στις κολαστέες πράξεις και οι οριζόμενες ως «τρομοκρατικές» (με το δεδομένο εύρος που έχει ως ορισμός).

Τέλος, στη Σύμβαση ΔΘ προβλέπεται και έκτακτη δικαιοδοσία ορισμένων κρατών σε ζητήματα όπως το δικαίωμα νηοψίας και το δικαίωμα συνεχούς καταδίωξης.

Το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας - Μέρος 3ο
Το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας – Μέρος 3ο

Ιδιαίτερη σημασία έχει το δικαίωμα νηοψίας, το οποίο δίνει τη δυνατότητα σε πολεμικό πλοίο να παρέμβει στην ελεύθερη ναυσιπλοΐα αλλοδαπών πλοίων, για λόγους νόμιμης άμυνας.

Αντίστοιχα, συνεχής καταδίωξη στο Δίκαιο της Θάλασσας είναι η νόμιμη καταδίωξη ενός αλλοδαπού πλοίου στην ανοιχτή θάλασσα, λόγω παραβίασης των νόμων του παράκτιου κράτους που διαπράχτηκε μέσα σε θαλάσσιες ζώνες της δικαιοδοσίας του.

Συνεχής καταδίωξη μπορεί να υπάρχει στο χερσαίο έδαφος, στη θάλασσα και στον αέρα.

Παρά τις διακηρύξεις του Διεθνούς Δικαίου για «ειρηνική χρήση» της ανοιχτής θάλασσας, η πραγματικότητα αποτυπώνει την ελευθερία στη χρήση της για πολεμικούς-στρατιωτικούς σκοπούς (που φυσικά δεν κατονομάζονται ως τέτοιοι) και που, σε συνδυασμό με τις παραπάνω ελευθερίες, καθιστά πιο εμφανές και το γιατί εκφράζονται μεγάλες αντιθέσεις στην υπαρκτή τάση περιορισμού του καθεστώτος της ανοιχτής θάλασσας.[3]

Συνεχίζεται με το 4ο Μέρος

Σημειώσεις:

[1]. Σύμφωνα με κείμενο της ελληνικής αντιπροσωπίας στην 3η Συνδιάσκεψη των HE για το Δίκαιο της Θάλασσας, στον ελληνικό θαλάσσιο χώρο σχηματίζονται συνολικά 340 στενά διάφορων κατηγοριών, χωρίς να εντάσσονται όλα στο καθεστώς του πλου διέλευσης.

[2]. Το ισχύον καθεστώς των Στενών των Δαρδανελίων διέπεται τυπικά από τη Σύμβαση του Μοντρέ της 20ής Ιούλη 1936. Ήδη από το Γενάρη του 1994, η Τουρκία υιοθέτησε νέο κανονισμό για τη ναυσιπλοΐα στα Στενά, ο οποίος, μεταξύ άλλων, αναγνωρίζει το δικαίωμα της Τουρκίας να αρνείται τη διέλευση ή να κλείνει τα Στενά κατά την κρίση της για θέματα προστασίας του περιβάλλοντος, κατά παράβαση διατάξεων του Διεθνούς Δικαίου για την ελεύθερη ναυσιπλοΐα και της Σύμβασης του Μοντρέ.

Τον ίδιο χρόνο, μετά από την παρέμβαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Οργανισμού Συνεργασίας Ευξείνου Πόντου, της Διαρκούς Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων της Κοινοπολιτείας των Ανεξάρτητων Κρατών και του Διεθνούς Οργανισμού Ναυσιπλοΐας (ΙΜΟ), υιοθετήθηκε ομόφωνα, και από την Τουρκία, κείμενο με «Κανόνες και Συστάσεις για τη Ναυσιπλοΐα», βάσει των οποίων όμως η Τουρκία πραγματοποίησε δευτερεύουσες αλλαγές στον κανονισμό χωρίς να αλλάζει τις ρυθμίσεις που είχαν απορριφθεί κι έπρεπε να τροποποιηθούν.

Μετά από διαδοχικές ενασχολήσεις με το θέμα, η Επιτροπή Ναυτικής Ασφάλειας του ΙΜΟ το Μάη του 1999 αποφάσισε να κλείσει προσωρινά το θέμα.

[3]. Για παράδειγμα, χαρακτηριστικές περιπτώσεις επίκλησης του δικαιώματος νόμιμης άμυνας για νηοψίες στην ανοιχτή θάλασσα, που αποτυπώνουν και την πραγματική στόχευσή τους, είναι οι 5.000 περίπου νηοψίες που έκαναν γαλλικά πολεμικά σε αλλοδαπά πλοία, κατά τη διάρκεια του πολέμου στην Αλγερία, μεταξύ των ετών 1956-1962 με την αιτιολογία της αποτροπής μεταγωγής πολεμοφοδίων στους Αλγερινούς επαναστάτες.

Αντίστοιχη περίπτωση εκείνη του αποκλεισμού της Κούβας το 1962 από τα πλοία των ΗΠΑ, της Δομινικανής Δημοκρατίας και της Βενεζουέλας, και οι νηοψίες που ασκούνταν σε αλλοδαπά πλοία κατευθυνόμενα προς την Κούβα προκειμένου να διαπιστωθεί κατά πόσο μετέφεραν «επιθετικό στρατιωτικό υλικό».

Αντίστοιχα, σε γνωμοδότησή του το 1996 σχετικά με τη Νομιμότητα της Απειλής ή της χρήσης πυρηνικών όπλων, το Διεθνές Δικαστήριο δεν κατέληξε σε απόφαση, αφού με ψήφους 7 έναντι 7 έκρινε ότι:

«…ενόψει του παρόντος σταδίου του διεθνούς δικαίου και των πραγματικών στοιχείων που είχε στη διάθεσή του, το Δικαστήριο δεν μπορεί να συμπεράνει με οριστικό τρόπο κατά πόσο η απειλή ή χρήση πυρηνικών όπλων θα είναι νόμιμη ή παράνομη σε μία ακραία περίπτωση άμυνας, η οποία θα αφορά αυτήν την ίδια την επιβίωση ενός κράτους».

Μαρίνα Λαβράνου,
μέλος του Τμήματος Δικαιοσύνης και Λαϊκών Ελευθεριών της ΚΕ του ΚΚΕ

Δημοσιεύτηκε στο τεύχος 4-5 του 2020 της ΚΟΜΕΠ

Πηγή: Alt.gr

 

Print Friendly, PDF & Email
(Visited 127 times, 1 visits today)
Back2Top