Κάπου κάποιοι πρόσφυγες – Μέρος 9ο

Συνέχεια από το 8ο Μέρος

Σε προηγούμενο σημείωμα αυτής της σειράς κειμένων, παρατηρήσαμε ότι η μετανάστευση των Eλλήνων της Μικρασίας προς την Ελλάδα άρχισε πολύ πριν το 1922, καθώς πολλοί διέβλεπαν την τραγική έκβαση των πραγμάτων.

Για να αποτρέψει την μετανάστευση στρατευσίμων, ο αντιστράτηγος Αναστάσιος Παπούλας εξέδωσε στις 22/4/1921 μια εγκύκλιο η οποία απαγόρευε την έξοδο από την ζώνη κατοχής της Σμύρνης σε «άρρενες Οθωμανούς υπηκόους Έλληνες το γένος» ηλικίας 18-37 ετών.

Σύμφωνα με την εγκύκλιο:

«Η Υπηρεσία Εκδόσεως διαβατηρίων της Υπάτης Αρμοστείας εκανόνισε την λειτουργίαν αυτής, ώστε να μη εκδίδη διαβατήριον άνευ σημειώματος της Αστυνομικής Αρχής και θεωρήσεως της Στρατιωτικής Υπηρεσίας ότι επιτρέπεται η αναχώρησις.

Οι επιτετραμμένοι Αξιωματικοί ή υπαξιωματικοί, κατά την αναχώρησιν των πολιτών θα ζητώσι την θεώρησιν της Στρατιωτικής Αρχής επί της αδείας αναχωρήσεως. Θεώρησις δεν απαιτείται εφ’ όσον προφανώς πρόκειται περί μη στρατευσίμων».

Αν και η εγκύκλιος Παπούλα αποσκοπεί στην συγκράτηση μόνο των στρατεύσιμων, η άτυπη εντολή της ελληνικής κυβέρνησης προς τις αρχές της περιοχής είναι σαφείς: Η μετανάστευση πρέπει να αποτραπεί!

Κάπου κάποιοι πρόσφυγες – Μέρος 9ο
Κάπου κάποιοι πρόσφυγες – Μέρος 9ο (Εφημερίδα «Εμπρός», 19/8/1922, σελ. 4: Ρεπορτάζ από το ταξίδι-αστραπή των Θεοτόκη-Στράτου. Προσέξτε στο μεγεθυμένο απόσπασμα τις κατασκευασμένες «πληροφορίες» της εφημερίδας. Κλικ για μεγέθυνση)

Έτσι, οι κατά τόπους άρχοντες κάνουν ό,τι μπορούν για να την εκτελέσουν, θεσπίζοντας μέχρι και «οικογενειακή άδεια αναχωρήσεως», την οποία εκδίδουν τα κατά τόπους φρουραρχεία.

Στο τυποποιημένο αυτό έγγραφο επικολλάται φωτογραφία της οικογένειας της οποίας «επιτρέπεται η αναχώρησις» και ορίζεται ότι:

«Ο κάτοχος του παρόντος οφείλει να παρουσιασθή εντός 24 ωρών εις τας Στρατιωτικάς αρχάς του τόπου αφίξεώς του».[1]

Το αποτέλεσμα;

«Την άλλη μέρα, 26 Αυγούστου 1922, ύστερα από θεώρηση της Αδείας από το Λιμεναρχείο και αφού το πλοίο παρέλαβε και μερικές άλλες συγγενικές οικογένειες, σήκωσε άγκυρα με κατεύθυνση πρώτα το εκεί κοντά ελληνικό χωριό Λιγουμούς (Ελιγμοί), όπου μας ανέμενε μια ακόμη οικογένεια για να επιβιβαστεί κι αυτή με ίδιο προορισμό, την Κωνσταντινούπολη.

Όμως ποια έκπληξη μας περίμενε! Η οικογένεια εκείνη δεν εφρόντισε να βγάλει Άδεια Αναχωρήσεως. Δεν φανταζότανε ότι σε τέτοιες περιπτώσεις χρειαζότανε άδεια για να γλυτώσει από τη σφαγή.

Έτσι, όταν πλησιάσαμε στην αποβάθρα όπου μας ανέμενε με τις αποσκευές της, για να την παραλάβουμε, τα Λιμενικά όργανα δεν επέτρεψαν την αναχώρηση χωρίς άδεια.

Η άδεια έπρεπε να βγει από το Φρουραρχείο της Κίου διότι φρουραρχείο δεν υπήρχε στο χωριό. Και για να γίνει αυτό, δηλαδή να πάνε στην Κίο, χρειαζότανε μια μέρα.

Αρχίσανε τα παρακάλια. Παρακαλούσαν τη Λιμενική φρουρά, που αποτελείτο από πεζοναύτες, να τους επιτρέψει να φύγουν.

Αυτοί, όμως, ανένδοτοι: «Εμείς είμαστε απλά όργανα και εκτελούμε διαταγές. […] Δεν επιτρέπεται η αναχώρηση χωρίς άδεια», λέγανε.

Φυσικά, τα κατώτερα εκείνα όργανα εκτελούσαν διαταγές της προϊσταμένης Αρχής και προϊσταμένη Αρχή ήταν το Φρουραρχείο της Κίου, που εκτελούσε διαταγές της Κυβέρνησης.

Έτσι, το πλοίο έφυγε αφήνοντας την οικογένεια εκείνη στην παραλία της Μικράς Ασίας, για να υποστεί τις θηριωδίες των Τούρκων».

Εκτός από τους νόμους, τις άδειες, τις θεωρήσεις κλπ, η εξουσία μηχανεύτηκε ένα σωρό άλλα τερτίπια για να εμποδίσει την απομάκρυνση των κατοίκων από την περιοχή.

Ίσως το σπουδαιότερο απ’ αυτά τα τερτίπια ήταν η συνειδητή διαστρέβλωση των ειδήσεων από το μέτωπο, έως και η πλήρης αποσιώπησή τους.

Κάπου κάποιοι πρόσφυγες – Μέρος 9ο
Κάπου κάποιοι πρόσφυγες – Μέρος 9ο (Ριζοσπάστης, 3/9/1922. Η λογοκρισία έχει διαγράψει το 40% του πρωτοσέλιδου μιας… δισέλιδης εφημερίδας!)

Η, από 21/6/1922, επιστολή του σμυρνιού πράκτορα εφημερίδων Βασίλη Αναστόπουλου προς το κεντρικό πρακτορείο εφημερίδων τής Αθήνας είναι αποκαλυπτική:

«Χθες, εις τας 11.30′ ακριβώς εδώσαμεν τα φύλλα προς λογοκρισίαν και σκεφθήτε ότι μας έδωσαν την άδειαν της κυκλοφορίας μόλις σήμερον εις τας 3 το απόγευμα. Δηλαδή, αι εφημερίδες ελογοκρίνοντο επί 27,5 ώρας ακριβώς.

Προς Θεού […] εκαταντήσαμε να μη πωλώμεν ούτε 1500 φύλλα εξ όλων των εφημερίδων. Προς Θεού […] φροντίσατε, διότι η κατάστασις είναι πλέον αφόρητος».

Στις 18 Αυγούστου έφτασαν στην Σμύρνη οι υπουργοί εσωτερικών Νικόλαος Στράτος και στρατιωτικών Νικόλαος Θεοτόκης, οι οποίοι συναντήθηκαν αμέσως με τον αρχιστράτηγο Χατζανέστη.

Ο αρχιστράτηγος τους καθησύχασε μιλώντας τους για μια νέα γραμμή άμυνας και άλλες ανεδαφικές κουταμάρες.

Ο Χατζανέστης δεν λέει ψέματα, απλώς έχει χάσει την μπάλα και δεν ξέρει τι του γίνεται.

Την επόμενη μέρα εξέδωσε διαταγή, η οποία όριζε ως έσχατο όριο αμύνης την γραμμή σύμπτυξης της συνθήκης των Σεβρών. Μόνο που οι τούρκοι είχαν περάσει ήδη αυτή την γραμμή.

Χατζανέστης
Γεώργιος Χατζανέστης

Λίγο αργότερα, τους δυο υπουργούς έβγαλε από την πλάνη τους ο επιτελάρχης Μιχαήλ Πάσσαρης, ο οποίος τους διέκοψε καθώς του μετέφεραν την συζήτηση που είχαν με τον Χατζανέστη:

«Ποιά γραμμή αμύνης, κύριοι; Ασφαλώς θα αστειεύεστε. Δεν έχετε καταλάβει ότι εδώ χάνονται τα πάντα;»

Επί αρκετή ώρα και με την βοήθεια χαρτών, ο Πάσσαρης παρουσίαζε στους δυο υπουργούς την σκληρή πραγματικότητα.

Στο τέλος, πείσθηκαν κι οι δυο για το μαύρο χάλι και αποχώρησαν με σκυμμένα κεφάλια.

Όμως, λίγο αργότερα, δεν δίστασαν να παραμυθιάσουν ακόμη μια φορά το πλήθος που είχε συγκεντρωθεί έξω από το διοικητήριο.

Μη μπορώντας να σιωπήσουν στις κραυγές και στα παρακάλια των συγκεντρωμένων, οι δυο υπουργοί βγήκαν στον εξώστη μαζί με τον Στεργιάδη:

«Κάνετε ησυχία και ακούστε μας. Υστερα απ’ όσα είδαμε και εμάθαμε, νομίζομεν ότι ουδείς λόγος συντρέχει να φοβάστε δι’ ο,τιδήποτε. Η κυβέρνησις δεν πρόκειται να εγκαταλείψει την Σμύρνην και την Μικράν Ασίαν εις τας χείρας των Τούρκων.

Έχομε φροντίσει να πάρωμε όλα τα απαιτούμενα μέτρα ώστε ο στρατός μας να συμπτυχθεί και να κρατηθεί επαρκώς εκεί όπου μας ορίζει η συνθήκη των Σεβρών. Επομένως, να παραμείνετε ήσυχοι και να μη φοβάστε».

Ο Θεοτόκης με τον Στράτο έλεγαν ψέματα και το ήξεραν.

Κάπου κάποιοι πρόσφυγες – Μέρος 9ο
Κάπου κάποιοι πρόσφυγες – Μέρος 9ο

Όμως, απλώς «έκαναν την δουλειά τους», κατά το κοινώς λεγόμενο.

Ο λόγος για τον οποίο έκαναν αυτό το ταξίδι-αστραπή στην Σμύρνη ήταν ένας:

«Να ληφθούν όλα τα μέτρα όπως παραμείνη ο πληθυσμός εις τας θέσεις του και μη δημιουργηθή εκ τούτου προσφυγικόν ζήτημα».[2]

Κι αυτό ήταν το μόνο που τους ένοιαζε: Εκάς οι πρόσφυγες πάση θυσία!

Συνεχίζεται με το 10ο Μέρος…

Σημειώσεις:

[1]. Βασίλης Κουλιγκάς: «Κίος 1912-1922: Αναμνήσεις ενός μικρασιάτη», Δωδώνη, 1961. Στο βιβλίο παρατίθεται φωτοτυπία μιας τέτοιας άδειας. Το παρατιθέμενο απόσπασμα είναι από αυτό το βιβλίο.
[2]. Εφημερίδα Πατρίς, 13/1/1930.

Πηγή: Cogito Ergo Sum

Print Friendly, PDF & Email
(Visited 152 times, 6 visits today)
Back2Top