Μαρξ: Η ενότητα Φυσικής και Κοινωνικής Επιστήμης – Μέρος 2ο

Η μέθοδος των φυσικών επιστημών και η σημασία της για τις σύγχρονες κοινωνικές επιστήμες

Συνέχεια από το 1ο Μέρος

Το παράδειγμα της «Επιστήμης της Επιστήμης»

Στα 85 χρόνια[1] από το θάνατο του Μαρξ, η επιστήμη έχει κάνει ένα τεράστιο άλμα προς τα μπροστά σε όλους τους τομείς. Έτσι, το γεγονός ότι η ενότητα όλης της επιστημονικής γνώσης τίθεται σήμερα με νέο τρόπο είναι εντελώς κατανοητό.

«Ο Μαρξ ήταν μεγαλοφυία, εμείς πολύ-πολύ, να'μασταν ταλέντα»

Παρόλα αυτά, η επιστημονική μέθοδος που δημιουργήθηκε από τον Μαρξ, και αναπτύχθηκε περαιτέρω από τον Β. Ι. Λένιν στο έδαφος των ιστορικών συνθηκών της εποχής μας, διατηρεί τη σημασία της.

Μπορούμε να πειστούμε γι’ αυτό αν εξετάσουμε τις αμοιβαίες συνδέσεις ανάμεσα στις διάφορες επιστήμες στην παρούσα κατάστασή τους, συμπεριλαμβανομένων αυτών που βρίσκονται ανάμεσα στις κοινωνικές-ανθρωπιστικές επιστήμες από τη μία και τις φυσικές-τεχνολογικές επιστήμες από την άλλη.

Το πρώτο πράγμα που χτυπάει αμέσως στο μάτι του ερευνητή που συγκρίνει το γενικό χαρακτήρα της ανάπτυξης των επιστημών τον περασμένο αιώνα και στο δικό μας είναι το γεγονός ότι σήμερα η τάση ενοποίησης των επιστημών έχει αναπτυχθεί ασύγκριτα περισσότερο συγκριτικά με την εποχή του Μαρξ.

Η ιστορία της επιστήμης δεν είχε γνωρίσει ποτέ μέχρι τώρα τόσο μεγάλη όξυνση της εξειδίκευσης και τόσο βαθιά διαίρεση της επιστήμης σε ξεχωριστούς κλάδους όσο αυτή που παρατηρείται σήμερα.

Την ίδια στιγμή, ωστόσο, υπάρχει ένα σημαντικό διακριτό χαρακτηριστικό σε αυτήν τη συνεχιζόμενη διαφοροποίηση.

Το 19ο αιώνα, και ακόμα περισσότερο τις προηγούμενες εποχές, η διαφοροποίηση της επιστήμης οδηγούσε στην αμοιβαία απομόνωση των κλάδων της.

Αφότου δημιουργούνταν μέσω της απόσχισής τους από άλλες, πολλές επιστήμες οριοθετούσαν την περιοχή τους ενισχύοντας τις διαχωριστικές γραμμές από τις υπόλοιπες επιστήμες.

Ένας αριθμός κλάδων της επιστήμης που εξαρτιόνταν μέχρι τότε από τις βασικές επιστήμες οι οποίες είχαν προκύψει σε προηγούμενες εποχές πήραν το δρόμο της ανεξάρτητης ανάπτυξης.

Από τα τέλη του 19ου αιώνα, όμως, μέσα από τη συνεχόμενη διαδικασία διαφοροποίησης της επιστήμης, άρχισε να διαφαίνεται ένα νέο χαρακτηριστικό.

Μαρξ: Η ενότητα Φυσικής και Κοινωνικής Επιστήμης - Μέρος 2ο
Μαρξ: Η ενότητα Φυσικής και Κοινωνικής Επιστήμης

Άρχισαν να κάνουν την εμφάνισή τους νέα επιστημονικά πεδία, που διευκόλυναν το σχηματισμό «γεφυρών» ανάμεσα στις μέχρι τότε απομονωμένες επιστήμες.

Τέτοιες «γέφυρες» ανέκυψαν είτε με τη μορφή των μεταβατικών ή ενδιάμεσων επιστημονικών πεδίων, στα οποία συνδυάζονταν στοιχεία δύο ή περισσοτέρων προηγουμένων διακριτών επιστημών, είτε με τη μορφή των επιστημών γενικού χαρακτήρα που διέτρεχαν, σαν μία κοινή ραχοκοκαλιά, άλλες επιστήμες που φαινομενικά δε συνδέονταν μεταξύ τους.

Ως αποτέλεσμα, η διαφοροποίηση των επιστημών στις μέρες μας συχνά όχι μόνο δεν οδηγεί σε περαιτέρω αμοιβαία απομόνωση, αλλά, εντελώς αντίθετα, οδηγεί σε αμοιβαία προσέγγιση, σε κάλυψη των «χασμάτων» που τις χώριζαν προηγουμένως ή, εν ολίγοις, στην ενοποίησή τους.

Όλη αυτή η κίνηση αποτελεί ένα ιδιαίτερο παράδειγμα διαλεκτικής: Μια τάση ανάπτυξης (η τάση διαφοροποίησης των επιστημών) βρίσκεται σε αντιφατική ενότητα με την αντίθετή της (την τάση ενοποίησης) και, επιπλέον, την επηρεάζει άμεσα και της δίνει ώθηση.

Ωστόσο, η απομόνωση των επιστημών δε βρίσκεται κοντά στο να ξεπεραστεί, ενώ σε ορισμένα πεδία της επιστημονικής γνώσης γίνεται ακόμα μεγαλύτερη.

Παρόλα αυτά, όμως, η τάση για ενοποίηση, για σύνθεση των επιστημών δε γίνεται απλώς όλο και πιο εμφανής στις μέρες μας, αλλά ακόμα και κυρίαρχη.

Είναι ακριβώς αυτές οι τάσεις στην επιστήμη που προϋποθέτουν τη διάδραση ανάμεσα στις διαφορετικές επιστήμες, το σχηματισμό αυτών που θα μπορούσαν να ονομαστούν διακλαδικές ομάδες επιστημών, το «ζευγάρωμα» ανάμεσα σε επιστήμες που μέχρι πρότινος εμφανίζονταν ως εντελώς ξένες η μία προς την άλλη.

Όλα αυτά αποδεικνύουν το γεγονός ότι, στις μέρες μας, η ενότητα της επιστήμης αποδεικνύεται ασύγκριτα βαθύτερη και εγκολπώνεται μια ασύγκριτα πλατύτερη σφαίρα επιστημονικής γνώσης συγκριτικά με την εποχή του Μαρξ.

Έτσι, η επιστημονική μέθοδος του Μαρξ αποκτά σήμερα ιδιαίτερα μεγάλη σημασία για την επίλυση καθηκόντων που έχουν ανακύψει στην πορεία αποκάλυψης της ενότητας της επιστήμης.

Μαρξ: Η ενότητα Φυσικής και Κοινωνικής Επιστήμης

Στο πεδίο των φυσικών επιστημών, η διαδικασία της ενοποίησης άρχισε σημαντικά νωρίτερα και έχει διαβεί πολύ μεγαλύτερη απόσταση συγκριτικά με τις ανθρωπιστικές επιστήμες.

Αυτό θα μπορούσε να εξηγηθεί από το γεγονός ότι στις φυσικές επιστήμες – ως συνέπεια της σημαντικά μεγαλύτερης απλότητας[2] του αντικειμένου – όλες οι σχέσεις ανάμεσα στα διάφορα υπό μελέτη αντικείμενα και, κατ’ επέκταση, ανάμεσα στις φυσικές επιστήμες, ξεχωρίζουν πιο καθαρά σε σχέση με τη μελέτη της ζωής της κοινωνίας, συμπεριλαμβανομένης της διανοητικής ζωής του ανθρώπου.

Μαρξ: Η ενότητα Φυσικής και Κοινωνικής Επιστήμης - Μέρος 2ο
Μαρξ: Η ενότητα Φυσικής και Κοινωνικής Επιστήμης

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο στις φυσικές επιστήμες χαράχτηκε καθαρά ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα ο δρόμος προς τη δημιουργία νέων επιστημών ενδιάμεσου ή μεταβατικού τύπου, που έχουν το χαρακτήρα του συνδετικού κρίκου ανάμεσα στις προηγουμένως απομονωμένες βασικές φυσικές επιστήμες, τη φυσική, τη χημεία, τη βιολογία, τη γεωλογία και άλλες.

Έτσι, η αστροφυσική – που δημιούργησε μια «γέφυρα» ανάμεσα στη φυσική και την αστρονομία – προέκυψε πριν από έναν και πλέον αιώνα, ως συνέπεια της δημιουργίας της φασματικής ανάλυσης.

27 χρόνια αργότερα, σε συνδυασμό με την εγκαθίδρυση της θεωρίας της ηλεκτρολυτικής διάστασης, διαμορφώθηκε σε τελική μορφή η φυσικοχημεία δημιουργώντας ακριβώς το ίδιο είδος «γέφυρας» ανάμεσα στη φυσική και τη χημεία.

Μια «γέφυρα» ανάμεσα σε αυτές τις επιστήμες και τη μηχανική άρχισε να ορθώνεται ακόμα νωρίτερα, χάρη στην εμφάνιση της χημικής θερμοδυναμικής.

Η βιοχημεία – που συνέδεσε τη χημεία και τη βιολογία – δημιουργήθηκε κατά την αλλαγή του αιώνα και ούτω καθεξής.

Οι νέες, «ενδιάμεσες» επιστήμες, που κάλυπταν τα «κενά» που υπήρχαν προηγουμένως ανάμεσα στους βασικούς κλάδους της φυσικής επιστήμης, αναδείχτηκαν ως τα πιο σημαντικά «σημεία ανάπτυξης» όλης της γνώσης στις φυσικές επιστήμες.

Προηγουμένως, η κύρια προσοχή των επιστημόνων κατευθυνόταν στα προβλήματα που προέκυπταν στο εσωτερικό της κάθε – απομονωμένης από τις άλλες – επιστήμης.

Όμως αυτό το οποίο δεν τράβαγε παλιότερα καθόλου την προσοχή των επιστημόνων, βρέθηκε τώρα ακριβώς στο επίκεντρο της προσοχής τους.

Ως αποτέλεσμα, αναπτύχθηκε μια εντελώς νέα, ουσιωδώς και βαθιά διαλεκτική προσέγγιση της διασύνδεσης ανάμεσα στις επιστήμες, καθώς και της αμοιβαίας αλληλοδιείσδυσής τους.

Στις φυσικές επιστήμες, αυτή η νέα προσέγγιση έχει ήδη επιτύχει μια μάλλον πλήρη ανάπτυξη και νομιμοποίηση.

Από την άλλη μεριά, η διείσδυσή της στη σφαίρα των κοινωνικών και ανθρωπιστικών επιστημών καθυστέρησε.

Πολλοί επιστήμονες αυτών των κλάδων την αντιμετώπισαν με διστακτικότητα και έλλειψη κατανόησης, μερικές φορές ακόμα και με ξεκάθαρα αρνητική στάση.

Το γεγονός αυτό μαρτυρά μια συγκεκριμένη καθυστέρηση των κοινωνικών επιστημών – σε αντίθεση με τις φυσικές – στο ζήτημα της εφαρμογής νέων, προοδευτικών μεθόδων επιστημονικής κατάκτησης της γνώσης και των συγκεκριμένων και αποτελεσματικών μεθόδων εξάλειψης της προηγούμενης αμοιβαίας απομόνωσης των επιστημών.

Μαρξ: Η ενότητα Φυσικής και Κοινωνικής Επιστήμης - Μέρος 2ο
Μαρξ: Η ενότητα Φυσικής και Κοινωνικής Επιστήμης

Ως συνέπεια, προέκυψαν δυσκολίες στη μελέτη των κοινωνικών φαινομένων, δεδομένου ότι κανένα από αυτά δεν μπορούσε να εμπίπτει πλήρως σε μία μόνο από τις βασικές κοινωνικές επιστήμες που είχαν δημιουργηθεί στο – περισσότερο ή λιγότερο – μακρινό παρελθόν και είχαν καταστεί παραδοσιακές στο σύστημα των επιστημών του ανθρώπου και της ανθρώπινης κοινωνίας.

Αυτό αφορά και την ίδια την επιστήμη, η οποία αποτελεί έναν εξαιρετικά σύνθετο και πολύπλευρο κοινωνικό θεσμό.

Συχνά, κατά τη μελέτη κάποιου κοινωνικού φαινομένου, ετίθετο το ερώτημα σε ποια κατηγορία κοινωνικών φαινομένων πρέπει να ταξινομηθεί.

Με άλλα λόγια, ποια από τις κοινωνικές επιστήμες θα έπρεπε να το μελετήσει;

Στις φυσικές επιστήμες, αυτό το ερώτημα χάνει σήμερα όλο και πιο γρήγορα τη σημασία και την ισχύ του.

Όταν, για παράδειγμα, προκύπτει το ερώτημα για την περίπτωση της μελέτης, ας πούμε, των φαινομένων της ζωής, το καθήκον δεν ανατίθεται σήμερα μόνο στη βιολογία, όπως γινόταν τον προηγούμενο αιώνα, αλλά σε μια ολόκληρη σειρά αλληλεπιδρώντων επιστημών:

Βιολογία και μοριακή βιολογία, χημεία, βιοοργανική χημεία και βιοχημεία, φυσική και βιοφυσική, μαθηματικά και βιομαθηματικά, κυβερνητική και βιοκυβερνητική.

Συνεπώς, ένα και μόνο φυσικό φαινόμενο – η ζωή – μελετάται όχι από μία μοναδική επιστήμη που απολαμβάνει δήθεν μονοπωλιακά δικαιώματα σε αυτό, αλλά από ένα ολόκληρο πλέγμα αλληλεπιδρώντων επιστημών, στο πλαίσιο του οποίου κάποια μεμονωμένη επιστήμη προβάλλει, κατά κανόνα, ως η βασική επιστήμη που δίνει τον τόνο (σε ολόκληρο το πλέγμα επιστημών).

Μόνο ως αποτέλεσμα αυτού του είδους της διεπιστημονικής μελέτης των φαινομένων της ζωής είναι δυνατό να διεισδύσουμε στην ουσία τους, να καταλάβουμε και να ερμηνεύσουμε τη ζωή, να γίνουμε κύριοι των νόμων που τα διέπουν.

Μια παρόμοια τάση αναδύεται και στο κοινωνικό πεδίο.

Όλο και πιο έντονα γίνεται αισθητή η ανάγκη να εγκαταλείψουμε την παραδοσιακή – και από πολλές απόψεις ήδη αναχρονιστική – προσέγγιση στα κοινωνικά φαινόμενα, σύμφωνα με την οποία το κάθε φαινόμενο πρέπει να μελετάται από κάποια συγκεκριμένη ανθρωπιστική επιστήμη σε απομόνωση από τις άλλες.

Διπλή κρίση στην κοσμολογία: Διαφωνίες επιστημόνων για το σύμπαν
Μαρξ: Η ενότητα Φυσικής και Κοινωνικής Επιστήμης

Και εδώ έχει ανακύψει – με την ίδια αναγκαιότητα και ορμή όπως και στις φυσικές επιστήμες – το καθήκον της μελέτης του κάθε μεμονωμένου κοινωνικού φαινομένου ως ενιαίου όλου, δηλαδή της μελέτης του με την αξιοποίηση κατάλληλων συνδυασμών αλληλοσυνδεόμενων επιστημών.

Στην πραγματικότητα, το κοινωνικό φαινόμενο που αποκαλούμε επιστήμη, όντας ευρύ και ποικιλόμορφο, έρχεται στις πιο διαφορετικές σχέσεις με άλλα κοινωνικά φαινόμενα, ενώ και το ίδιο έχει πολυάριθμες διαφορετικές εκδηλώσεις και ουσίες.

Γι’ αυτό, μπορεί και πρέπει να μελετηθεί στις πιο διαφορετικές πλευρές του, από διαφορετικές οπτικές γωνίες.

Όταν θέλουμε να μελετήσουμε τη λογική της επιστημονικής γνώσης και τη θέση της επιστήμης στο σύστημα των κοινωνικών σχέσεων, πρέπει να αξιοποιήσουμε τη φιλοσοφία, τη λογική και την κοινωνιολογία.

Αλλά αυτό το ίδιο φαινόμενο μελετάται και από την Ιστορία, όταν το ζήτημα τίθεται από την πλευρά της ανάπτυξης της επιστήμης σε σύνδεση με την ιστορία ολόκληρης της κοινωνίας και την ιστορία του πολιτισμού της, τόσο του διανοητικού όσο και του υλικού.

Η επιστήμη μπορεί να γίνει – και ήδη έχει γίνει – και αντικείμενο οικονομικής έρευνας, όταν προσεγγίζεται από την πλευρά της σχέσης της με την οικονομία, την υλική παραγωγή, τη μηχανική και τις παραγωγικές δυνάμεις της κοινωνίας.

Σε αυτήν την περίπτωση, ιδιαίτερα σημαντικά είναι ζητήματα όπως οι δυνατότητες ανάπτυξης της επιστήμης, τα συγκεκριμένα μέσα σχεδιασμού της επιστήμης, η πρόβλεψη της ανάπτυξης της επιστήμης, η πρόσδοση σε αυτήν κατεύθυνσης και οργάνωσης, η χρηματοδότησή της, η εκπαίδευση νέου προσωπικού γι’ αυτήν κλπ.

Αυτοί οι παράγοντες βρίσκονται πίσω από τον καθορισμό των κρατικών κατευθύνσεων για όλες τις επιστήμες.

Από τις απαρχές της εμφάνισης του σοσιαλιστικού σοβιετικού κράτους και της σχεδιασμένης ανάπτυξής του, η επιστήμη αποτελεί κομβικό σημείο της δραστηριότητας ολόκληρου του κυβερνητικού οργανισμού.

Αυτή η κρατική πρόνοια για την επιστήμη δεν αφορά μόνο την επιστημονική έρευνα, αλλά και ζητήματα όπως η δημόσια εκπαίδευση και η καθοδήγηση-εκπαίδευση των μελλοντικών επιστημόνων.

Η επιστήμη μπορεί να αποτελέσει πεδίο μελέτης όχι μόνο των παιδαγωγικών, αλλά και των ψυχολογικών επιστημών, αφού η ίδια η πορεία της προωθητικής κίνησής της σχετίζεται με τα πιο σύνθετα είδη δραστηριότητας του ανθρώπινου μυαλού και της ανθρώπινης ψυχής, που φτάνουν στο ανώτατο σημείο υπερέντασης κατά τη στιγμή της δημιουργικής δραστηριότητας ενός επιστήμονα, για παράδειγμα τη στιγμή που γίνεται μια επιστημονική ανακάλυψη.

Αλλά ακόμα και στις πιο «ήρεμες» στιγμές της επιστημονικής δραστηριότητας, δηλαδή στο έργο της δραστηριότητας των ανθρώπων που ασχολούνται περιστασιακά με την επιστήμη, η ψυχολογική πλευρά αποτελεί ένα εξαιρετικά σημαντικό στοιχείο στην επιστήμη και πρέπει να υπόκειται σε εμβριθή και εξαντλητική μελέτη.

Δυστυχώς, μέχρι τώρα αυτό δε γίνεται συστηματικά και είναι μόλις τώρα που επιχειρούνται έρευνες αυτού του είδους.

Η «άγνωστη» επιστήμη της Πολιτικής Οικονομίας – Μέρος 22ο
Μαρξ: Η ενότητα Φυσικής και Κοινωνικής Επιστήμης

Ο προσδιορισμός των κινήτρων του επιστημονικού έργου – για παράδειγμα, ο δρόμος μέσω του οποίου φτάνει ο επιστήμονας να αισθάνεται την ανάγκη να επιλέξει έναν επιστημονικό κλάδο έναντι ενός άλλου ή να θέσει ένα συγκεκριμένο επιστημονικό πρόβλημα – είναι μεγάλης σημασίας.

Στη μελέτη αυτών των κινήτρων δεν απαιτείται μόνο η αξιοποίηση της ψυχολογίας που βρίσκεται πίσω από την επιστημονική έρευνα, αλλά και η εμπειρική κοινωνιολογική διερεύνηση της διαδικασίας ανάπτυξης της επιστήμης.

Επίσης, η επιστήμη μελετάται ως κοινωνικός θεσμός, ως ιδιαίτερη μορφή της ανθρώπινης δραστηριότητας, ως μορφή κατανόησης του κόσμου από τον άνθρωπο. Η κοσμοθεωρητική πλευρά του ζητήματος μελετάται από τη φιλοσοφία, στην οποία εμπίπτει και το πρόβλημα της γενικής μεθόδου κάθε ιδιαίτερου επιστημονικού κλάδου.

Ακριβώς επειδή η επιστήμη είναι τόσο ποικιλόμορφη και πολύπλευρη ως κοινωνικό φαινόμενο, είναι αδύνατο να την ορίσουμε στη βάση μίας ή μερικών μόνο από τις πλευρές της.

Ένας τέτοιος ορισμός αναγκαστικά δε θα εγκόλπωνε ολόκληρη την επιστήμη, αλλά μόνο ορισμένες μεμονωμένες πλευρές της.

Αυτή είναι και η βάση για την εμφάνιση δύο ορισμών της επιστήμης οι οποίοι είναι αμοιβαία αποκλειόμενοι:

«Η επιστήμη είναι μια μορφή κοινωνικής συνείδησης» και «Η επιστήμη είναι μια άμεση παραγωγική δύναμη της κοινωνίας».

Στην πραγματικότητα, κάθε ένας από αυτούς τους ορισμούς αντανακλά μόνο μία πλευρά του υπό προσδιορισμό αντικειμένου (δηλαδή της επιστήμης) και δεν μπορεί να αξιώσει τον ολοκληρωμένο προσδιορισμό της.

Και οι δύο ορισμοί έχουν ισχύ εντός καθορισμένων ορίων:

Ο πρώτος ορισμός αφορά κυρίως τις κοινωνικές επιστήμες και αυτές που συνδέονται με τη μελέτη της δομής της σύγχρονης κοινωνίας, τη βάση και το εποικοδόμημά της, ενώ ο δεύτερος αφορά κυρίως τις φυσικές και ιδιαίτερα τις τεχνικές (εφαρμοσμένες) επιστήμες, που συνδέονται άμεσα με την παραγωγή, το μηχανικό εξοπλισμό και γενικότερα τις παραγωγικές δυνάμεις της κοινωνίας.

Τα παραπάνω αποδεικνύουν το γεγονός ότι η μελέτη της επιστήμης ξεχωριστά από τους ιδιαίτερους κλάδους των ανθρωπιστικών επιστημών, σε απομόνωση μεταξύ τους, δεν μπορεί να οδηγήσει σε μια πραγματική κατανόηση του συγκεκριμένου κοινωνικού φαινομένου και κατ’ επέκταση στην αξιοποίησή του προς όφελος της κοινωνικής ανάπτυξης.

Μόνο η συνδυασμένη μελέτη της επιστήμης ως ενιαίου πλέγματος, ως ιδιαίτερου αντικειμένου μελέτης από πολλές – αν όχι απ’ όλες χωρίς εξαίρεση τις – ανθρωπιστικές επιστήμες, και μάλιστα στην πιο στενή αλληλεπίδρασή τους, μπορεί να αποφέρει θετικά αποτελέσματα στην επίλυση του συγκεκριμένου προβλήματος.

Η καθυστέρηση στη μεθοδολογία των κοινωνικών και ανθρωπιστικών επιστημών σε σχέση με τις φυσικές επιστήμες ήταν τόσο έντονη, ώστε για πολύ καιρό πολλοί ακαδημαϊκοί δεν αναγνώριζαν καν την ύπαρξη του προβλήματος.

Μόλις στο πολύ πρόσφατο παρελθόν ξεκίνησε η διεπιστημονική μελέτη της επιστήμης και σε έναν αριθμό χωρών πήρε τη μορφή μιας προσπάθειας δημιουργίας μιας ξεχωριστής «επιστήμης της επιστήμης» (ΗΠΑ, Αγγλία) ή ενός νέου κλάδου επιστημονικής γνώσης που ονομάζεται «επιστημογνωσία» στην Πολωνία ή «επιστημολογία» στην ΕΣΣΔ.

Μαρξ: Η ενότητα Φυσικής και Κοινωνικής Επιστήμης - Μέρος 2ο
Μαρξ: Η ενότητα Φυσικής και Κοινωνικής Επιστήμης

Κατά τη γνώμη μας, το ζήτημα δεν είναι να δημιουργηθεί κάποιος νέος επιστημονικός κλάδος, ανεξάρτητος από τις κοινωνικές επιστήμες που ήδη έχουν δημιουργηθεί, αλλά να διερευνηθούν οι αλληλεπιδράσεις ανάμεσα σε όλες αυτές τις ήδη υπάρχουσες επιστήμες, με στόχο τη διεξοδική, διακλαδική μελέτη της επιστήμης ως ενιαίου αντικειμένου έρευνας.

Οι μορφές και οι «μηχανισμοί» της διάδρασης ανάμεσα στους διάφορους κλάδους των κοινωνικών επιστημών με στόχο τη μελέτη ενός ενιαίου αντικειμένου από διαφορετικές οπτικές γωνίες δε γνώρισαν μέχρι τώρα καμία απολύτως διερεύνηση και ανάπτυξη,

και αυτό μαρτυρά το γεγονός ότι αυτοί οι επιστημονικοί κλάδοι έχουν ακόμα μπροστά τους την επίλυση προβλημάτων που έχουν επιλυθεί εδώ και καιρό επιτυχώς από τις φυσικές επιστήμες στην πορεία της προοδευτικής ανάπτυξής τους.

Για τις τελευταίες, η μελέτη των διαδικασιών της διάδρασης των επιστημών μέσω της διακλαδικής έρευνας για τη ζωή του πλανήτη μας ή του κόσμου δεν είναι καθόλου νέα.

Συμπερασματικά, ως αποτέλεσμα της διάδρασης ανάμεσα στις επιστήμες, δημιουργούνται πολλοί νέοι ειδικοί κλάδοι, αλλά αυτό που είναι το πιο σημαντικό είναι η διάδραση των επιστημών που μέχρι πρότινος ήταν απομονωμένες μεταξύ τους, η ανάπτυξη ειδικών τεχνικών και μεθόδων για το ξεπέρασμα των δυσκολιών

και, συχνά, των σοβαρών αντιθέσεων που προκύπτουν από το γεγονός ότι οι μέθοδοι μιας επιστήμης –η οποία εφαρμόζεται στη μελέτη ενός συγκεκριμένου πεδίου– οδηγούν εμφανώς σε αποτελέσματα που αντιφάσκουν με τα ευρήματα των τεχνικών που εφαρμόζονται από μια άλλη επιστήμη που μελετά το ίδιο πεδίο.

Συνεχίζεται με το 3ο Μέρος

Μπ. Μ. Κεντρόφ,
μέλος της Ακαδημίας Επιστημών της ΕΣΣΔ,
διευθυντής του Ινστιτούτου της Ιστορίας της Επιστήμης και της Τεχνολογίας.

Σημειώσεις:

[1]. Το άρθρο είχε δημοσιευτεί το 1968 (85 χρόνια μετά το το θάνατο του Μαρξ) στο 5ο τεύχος του σοβιετικού περιοδικού «Voprosy filosofii» («Προβλήματα Φιλοσοφίας»).
[2]. Με τη λέξη «απλότητα» υπονοείται εδώ ότι η φύση αποτελεί μια κατώτερη μορφή κίνησης της ύλης σε σχέση με την ανθρώπινη κοινωνία.

Το άρθρο είχε δημοσιευτεί στο σοβιετικό περιοδικό
«Voprosy filosofii» («Προβλήματα Φιλοσοφίας»), τ. 5/1968
Δημοσιεύτηκε στο 3ο τεύχος του 2018 της ΚΟΜΕΠ

 

Print Friendly, PDF & Email
(Visited 224 times, 1 visits today)
Back2Top