Εγώ περιπλανώμενος ιππότης θα πεθάνω…

415 και 405 χρόνια από την έκδοση του πρώτου και του δεύτερου μέρους του «Δον Κιχότε»: «Σ’ αυτόν τον κόσμο δεν υπάρχουνε παρά δυο γενιές όλες κι όλες, όπως έλεγε η γιαγιά μου, κείνοι που έχουνε και κείνοι που δεν έχουνε […]. Το να βάζει κανείς στο μυαλό του πως οτιδήποτε σ’ ετούτη τη ζωή μέλλεται να διατηρηθεί αναλλοίωτο εσαεί, είναι μάταιη σκέψη…»

Επί πέντε αιώνες πάνω στη σέλα του Ροθινάντε του περιπλανιέται ο ιδαλγός[1] Δον Κιχότε[2] μέσα στην πραγματικότητα, αλλά και την βλέπει να περιπλανάται μπροστά του.

Εγώ περιπλανώμενος ιππότης θα πεθάνω
Εγώ περιπλανώμενος ιππότης θα πεθάνω…

Είναι γέννημα – θρέμμα της, αλλά και αρνητής της. Η ήττα θα τον οδηγήσει στη γνώση, αλλά το πάθος και η ελπίδα θα τον κάνουν να μην το βάλει στα πόδια.

Και είναι αυτό που μένει από τη θαυμαστή ιστορία του «Ευφάνταστου Ιππότη Δον Κιχότε ντε Λα Μάντσα» ή του «Ιππότη της Θλιβερής Μορφής», του Μιγκέλ ντε Θερβάντες.

Η «άρνηση» της προϊστορίας προϋπόθεση για την είσοδο στην Ιστορία

«Σ’ ένα χωριό της Μάντσας που τ’ όνομά του δεν έχω τη βουλή να το θυμηθώ ζούσε…».

Με την πρώτη φράση του έργου, ο Θερβάντες μάς φέρνει στην εποχή του.

Με μια σπαθιά που θα μείνει στην Ιστορία, ο Δον Κιχότε σπάζει τον «αιώνιο κύκλο» της αγροτικής κοινωνίας, του Αρχαίου Κόσμου, που κυρίως βασιζόταν στην παραγωγή αξιών χρήσης ώστε να καλύπτονται οι βασικές ανάγκες και ακόμα δεν είχε γίνει κυρίαρχη η εμπορευματική ανταλλαγή, η παραγωγή για την αγορά και η διαρκής αυτοεπέκταση της ανταλλακτικής αξίας.

Ο Θερβάντες όμως ζούσε σε μια εποχή όπου με άλματα εδραιώνονταν οι καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής, και η διευρυμένη αναπαραγωγή του κεφαλαίου οδήγησε αναπόφευκτα στο «σπάσιμο» του κύκλου και στο «άνοιγμά» του σε σπείρα που εξελίσσεται διαρκώς.

«Οποιος θέλει να προκόψει και να πλουτίσει, πρέπει είτε ν’ ακολουθήσει την Εκκλησία, είτε να διασχίσει θάλασσες εμπορευόμενος, είτε να πάει να υπηρετήσει βασιλείς στο παλάτι τους».

Μια τέτοια εξέλιξη σημαίνει ταυτόχρονα και την καθολικότητα των ανθρώπινων κοινωνικών αναγκών, η ικανοποίηση των οποίων συνιστά ιστορική πράξη.

«[…] αυτό που οι άνθρωποι αποκαλούν ανάγκη μπορεί να συναντάται οπουδήποτε, εκτείνεται παντού, αγγίζει τους πάντες και δεν κάνει εξαίρεση ούτε για τους μαγεμένους […]».

Η ιστορική αναγκαιότητα της εποχής έκανε αναπόφευκτη την «άρνηση» της προϊστορίας.

Να γιατί ο Δον Κιχότε δεν θέλει καν να θυμάται, όχι βέβαια το όνομα της Μάντσα, αλλά όλες τις «παγωμένες» κοινωνικές σχέσεις που αντιπροσώπευε το «χωριό».

Με αυτόν τον τρόπο, αλλά και «ανεβάζοντας» το λαϊκό στοιχείο στη λογοτεχνία, ο Θερβάντες σηματοδοτεί το πέρασμα σε αυτό που έμελλε να εξελιχθεί σε αστικό μυθιστόρημα.

Θερβάντες
Ο Μιγκέλ Ντε Θερβάντες

Η «άρνηση», όμως, της προϊστορίας δεν σημαίνει λήθη του παρελθόντος. Τα πίσω πόδια του Ροθινάντε τσαλαπατούν το κυρίαρχο στον Μεσαίωνα «ιπποτικό μυθιστόρημα», κάθε στιγμή που ο Δον Κιχότε περιπλανιέται στην πραγματικότητα.

Κάθε στιγμή, δηλαδή, που προσπαθεί να δράσει σε μια μεταβατική εποχή, όπου όλα είναι συγκεχυμένα, ρευστά, ακαθόριστα ακόμα, όπου το φεουδαρχικό σύστημα πεθαίνει και το καπιταλιστικό, γεννημένο μέσα στους κόλπους του, παίρνει τη θέση του στην ταξική κοινωνία.

Αυτή η εποχή της μετάβασης αντανακλάται στο έργο του Θερβάντες. Αντιλαμβάνεται πως το «πιο παλιό» – η αναβίωση της ιπποσύνης – δεν μπορεί να ξαναγεννηθεί και γι’ αυτό αναζητά τον δρόμο του μέσα από σπαράγματα που βάζει στο στόμα του ήρωά του.

Καταλαβαίνει με έξοχο τρόπο πως τίποτα – ειδικά στην αστική κοινωνία – δεν είναι όπως φαίνεται και γι’ αυτό ο Δον Κιχότε θεωρεί ότι όσα συμβαίνουν είναι αποτέλεσμα της δράσης σκοτεινών και ύπουλων μάγων.

Την ίδια στιγμή, όμως, ο Θερβάντες μέσω του ήρωά του ψηλαφίζει τα φαινόμενα για να διαλύει τις πλάνες, αναζητά την αλήθεια:

«Ανάμεσα από τα δώρα και τα ταξίματα του πλούσιου, όπως κι ανάμεσα από τ’ αναφιλητά και παρακάλια του φτωχού»,

θεωρεί ότι είμαστε παιδιά των έργων μας, περηφανεύεται για την ταπεινή καταγωγή του και αρνείται την «κοινότητα του αίματος», διακηρύσσοντας πως:

«Το αίμα κληρονομείται κι η αρετή κατακτάται, κι η αρετή μόνη αξίζει αφ’ εαυτής ό,τι δεν αξίζει το αίμα».

Εγώ περιπλανώμενος ιππότης θα πεθάνω… Η Ιστορία παρούσα σε όλες τις σελίδες

Πολλές από τις ιστορίες στον «Δον Κιχότε», αλλά ακόμα και η ίδια η συγγραφή του, ιδιαίτερα του δεύτερου βιβλίου, είναι βασισμένα στην ίδια την πολυτάραχη ζωή του Θερβάντες.

Δον Κιχώτης Πικάσο
«Δον Κιχώτης», 1955, Πάμπλο Πικάσο

Αλλά όχι μόνο, καθώς μέσα από τις σελίδες του βιβλίου παρουσιάζεται η ζωή στην Ισπανία σε όλη της την πολυμορφία την εποχή της παρακμής, της Αντιμεταρρύθμισης, του καψίματος των βιβλίων από την Ιερά Εξέταση, των διωγμών και του βίαιου εκχριστιανισμού, του διαχωρισμού ανάμεσα σε «παλαιούς» Χριστιανούς και νεοπροσήλυτους, των ασύλων – κατηχητικών με τα χιλιάδες κακοποιημένα ορφανά ή εγκαταλελειμμένα παιδιά, των ληστών με τους δικούς τους «κώδικες τιμής», που τους κρεμούσαν από τα δέντρα προς «γνώση και συμμόρφωση» των ανυπάκουων στις διαταγές της κεντρικής εξουσίας.

Από τις ακτές της Ισπανίας σε όλο τον κόσμο

Στη γη της Ισπανίας, δημιούργησε ο Θερβάντες τον Δον Κιχότε.

Δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετικά. Γιατί από τις ακτές αυτής της γης ξεκίνησαν σχεδιασμένα και με σκοπό,[3] οι καραβέλες του Χριστόφορου Κολόμβου και επέστρεψαν με τους ανέμους του Νέου Κόσμου να φουσκώνουν τα πανιά τους.

Από εκεί ξεκίνησαν «η περούκα και η καζάκα»[4] μαζί με το μαστίγιο, για να περάσουν από φωτιά και σίδερο τους αρχαίους λαούς της Λατινικής Αμερικής, εκεί έφθαναν τα αιματοβαμμένα φορτία του χρυσού.

Αλλά και εκεί, στην Ισπανία, είναι που θα στηθεί το «εργαστήρι» των διωγμών των αλλόθρησκων, του βίαιου εκχριστιανισμού των Αράβων, ο διωγμός των Εβραίων, θα καθιερωθεί ο συστηματικός αποκλεισμός από την κοινωνία και ο επακόλουθος εγκλεισμός των «τρελών», η θεμελίωση του κράτους πάνω στα αποκαΐδια των πυρών της Ιεράς Εξέτασης.

Αυτή είναι η βάναυση πραγματικότητα που βλέπει ο Δον Κιχότε και στην οποία τον «προσγειώνει» κάθε λίγο και λιγάκι ο ασπιδούχος του και αχώριστος σύντροφός του, ο ταπεινός αγρότης Σάντσο Πάνθα.

Ιερά εξέταση

Και οι δυο μαζί, σε ενότητα, με αυτό που εκπροσωπούν θέτουν την Ιστορία σε κίνηση.

Ο «τρελός» που επαγγέλλεται δικαιοσύνη

Όλοι θεωρούσαν τον Δον Κιχότε τρελό, αλλά εκείνο που τους μπέρδευε ήταν ότι «ώρες ώρες λέει κάτι πράγματα πολύ γνωστικά», ενώ ο Θερβάντες τονίζει, συγκεκριμένα, ότι ο Δον Κιχότε γινόταν έξαλλος, «τρελαινόταν» μόνο όταν έθιγαν την ιπποσύνη του.

Αλλά σε τι συνίστατο η «τρέλα» του Δον Κιχότε;

Μαγεμένος ο ήρωάς μας από τα ιπποτικά μυθιστορήματα, αποφάσισε να αναβιώσει την περιπλανώμενη ιπποσύνη στην «εποχή του σιδήρου». Από τη σκοπιά αυτή ήταν πίσω από την Ιστορία.

Περιπλανώμενη ιπποσύνη, όμως, σήμαινε και συνδρομή σε κάθε κατατρεγμένο:

«Επειδή όποιος είναι φτωχός δεν βλέπει άσπρη μέρα»,

αλλά και διατήρηση της μνήμης μιας εποχής που οι άνθρωποι δεν είχαν καμιά ιδιοκτησία, όπου «όλα τα πράγματα ήταν κοινά».

Σε ένα κεφάλαιο του βιβλίου ο Δον Κιχότε μιλά για την εποχή αυτή, που ονομάζει ευτυχισμένη, σε σαστισμένους βοσκούς.

Σε άλλο κεφάλαιο ο Δον Κιχότε απελευθερώνει αυτούς που για διάφορους λόγους είχαν καταδικαστεί να κωπηλατούν στις γαλέρες.

Περιπλανώμενη ιπποσύνη σήμαινε αταλάντευτη πίστη σε υψηλά ιδανικά και είναι η «δέσποινα των λογισμών» του Δον Κιχότε, η Ντουλθινέα ντελ Τομπόσο, που τα εκπροσωπεί. Σήμαινε ακόμα αδάμαστη θέληση και περίσσιο πάθος.

Εγώ περιπλανώμενος ιππότης θα πεθάνω
Εγώ περιπλανώμενος ιππότης θα πεθάνω…

Αλλά αν υπήρξε μια τέτοια ευτυχισμένη εποχή, γιατί άραγε αυτή δεν μπορεί να ξανάρθει;

Από αυτή την πλευρά προπορεύεται της Ιστορίας.

Αυτή ήταν η «τρέλα» του Δον Κιχότε, σε μια πραγματικότητα που γνώριζε πάρα πολύ καλά και την οποία περιέγραψε με δυο λόγια ο Σάντσο Πάνθα:

«Σ’ αυτόν τον κόσμο δεν υπάρχουνε παρά δυο γενιές όλες κι όλες, όπως έλεγε η γιαγιά μου, κείνοι που έχουνε και κείνοι που δεν έχουνε».

Και απέναντι στον «τρελό» υψώθηκε η «λογική» των παπάδων και των μπαρμπέρηδων, των βασιλιάδων και των δουκών, των γραμματιζούμενων του πανεπιστημίου της Σαλαμάνκα, που καταστρώνουν διαρκώς καταχθόνια σχέδια, ώστε ο Δον Κιχότε να «επιστρέψει» στη Μάντσα και να «ηρεμήσει» σιωπώντας, ακόμα και έγκλειστος σε κλουβί.

Εγώ περιπλανώμενος ιππότης θα πεθάνω… «Η αλήθεια μπορεί να το λιανεύει το νήμα της μα δεν το σπάζει»

«Εγώ πια δεν μπορώ άλλο…»

Στο 29ο κεφάλαιο του Δεύτερου Βιβλίου, όπου απομυθοποιείται το «μαγεμένο πλοίο»[5] σημειώνεται για πρώτη φορά υποχώρηση του Δον Κιχότε.

Εγώ περιπλανώμενος ιππότης θα πεθάνω

Σύμφωνα με άλλους μελετητές[6] του Θερβάντες η υποχώρηση σημειώθηκε στο 10ο κεφάλαιο, όταν ο Δον Κιχότε, ξεγελασμένος σε μια αντιστροφή ρόλων από τον Σάντσο Πάνθα, δεν βλέπει την καλλονή όπως φανταζόταν την Ντουλθινέα του, αλλά τρεις απλές χωριατοπούλες.

Το τελειωτικό πλήγμα το δέχεται όταν ηττάται σε μονομαχία στο 64ο κεφάλαιο και υποχρεώνεται να αποσυρθεί για ένα χρόνο.

Πολύ αργά για «επιστροφή» στην περιπλανώμενη ιπποσύνη, πολύ νωρίς για να περιπλανηθεί με τον Ροθινάντε του και τον Σάντσο Πάνθα στους δρόμους μιας νέας «ευτυχισμένης εποχής», ο Δον Κιχότε άφησε την τελευταία του πνοή στο κρεβάτι του έχοντας ανακτήσει το όνομά του -Αντόνιο Κιχάνα- έχοντας κληροδοτήσει την περιουσία του στην ανιψιά του, ξεπληρώνοντας τους μισθούς της οικονόμου του και επιθυμώντας να μην περάσει στην Ιστορία ως «τρελός».

Η Ιστορία δεν εκπλήρωσε την επιθυμία του Δον Κιχότε, όπως απαθανατίστηκε στις τελευταίες σελίδες του αριστουργήματος του Θερβάντες.

Τον διατήρησε στη μνήμη του πολιτισμού ως περιπλανώμενο ιππότη, όχι από ασέβεια, αντίθετα από βαθύ σεβασμό, γιατί βαθιά μέσα στην «τρέλα» της «ουτοπίας» του ωρίμαζαν οι σπόροι της αναγκαιότητας.

Δον Κιχώτης
Εγώ περιπλανώμενος ιππότης θα πεθάνω…

Σημειώσεις:

[1]. Παλαιός κατώτερος τίτλος ευγενείας στην Ισπανία.

[2]. Διατηρούνται τα ονόματα όπως τα μετέφρασε η Μελίνα Παναγιωτίδου (Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνικής Μετάφρασης 2019 για το βιβλίο «Δον Κιχότε ντε λα Μάντσα», εκδόσεις «Εστία»).

Στο ίδιο βιβλίο, χρονολόγιο της ζωής του Μιγκέλ ντε Θερβάντες και ιδιαίτερα διαφωτιστικός πρόλογος και σημειώσεις και στους δύο τόμους για την πλήρη κατανόηση του έργου.

[3]. Ιστβαν Μάρκους: «Η Ευρώπη στο προσκήνιο. Η γέννηση του καπιταλισμού από το 15ο έως το 17ο αιώνα» (μετάφραση Γιώργος Βαβίτσας), εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή».

[4]. Πάμπλο Νερούδα: «Canto General» (μετάφραση Δανάη Στρατηγοπούλου), εκδόσεις «Gutenberg»

[5]. Σημείωση 189 Μελίνας Παναγιωτίδου, «Δον Κιχότε ντε λα Μάντσα» ΙΙ, σελ 802.

[6]. Erich Auerbach: «Μίμησις» – Η εικόνα της πραγματικότητας στη Δυτική Λογοτεχνία, μετάφραση Λευτέρης Αναγνώστου – κεφάλαιο 14 «Η μεταμορφωμένη Δουλτσινέα», εκδόσεις «Μορφωτικό Ιδρυμα Εθνικής Τραπέζης».

Βλέπε επίσης: Παναγιώτης Κανελλόπουλος: «Ιστορία του Ευρωπαϊκού Πνεύματος», τόμος 6 «Από τον Ιγνάτιο Λογιόλα ως τη Μαρία Στούαρτ», κεφάλαιο 63ο «Μιγκουέλ ντε Θερβάντες. Η ζωή και το έργο του Δον Κιχώτης», «Το Βήμα, βιβλιοθήκη».

Γιώργος Μηλιώνης
μέλος του Τμήματος Πολιτισμού της ΚΕ του ΚΚΕ

Πηγή: Ριζοσπάστης

Print Friendly, PDF & Email
(Visited 174 times, 1 visits today)
Back2Top