Επαναστατική τακτική και επανάσταση ως τέχνη – Μέρος 3ο

Η δουλειά των κομμουνιστών στα συνδικάτα ως προετοιμασία για την επανάσταση και η συμμετοχή τους στο Αστικό Κοινοβούλιο

Συνέχεια από το 2ο Μέρος

Η οργανωμένη, συστηματική δράση και πολιτική ζύμωση των κομμουνιστών εκεί που συσπειρώνονται οι μάζες (συνδικάτα, συνεταιρισμοί, νεολαιίστικες, γυναικείες οργανώσεις, πολιτιστικοί σύλλογοι κ.α.)

είναι βασικό καθήκον του κομμουνιστικού κόμματος για τη σύνδεση με τις μάζες, για τη διαπαιδαγώγησή τους στον πολιτικό αγώνα, στην πάλη για την εξουσία.

Επαναστατική τακτική και επανάσταση ως τέχνη
Επαναστατική τακτική και επανάσταση ως τέχνη

Το 2ο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς υπογράμμιζε ότι η δικτατορία του προλεταριάτου είναι η τελειότερη πραγματοποίηση της κυριαρχίας όλων των εργατών και:

«Όλων εκείνων που τους εκμεταλλεύεται, τους καταπιέζει, τους αποκτηνώνει, τους τρομοκρατεί τους σκορπίζει, τους κοροϊδεύει η αστική τάξη».[1]

Για αυτό η προετοιμασία της προλεταριακής δικτατορίας:

«Πρέπει να αρχίσει παντού και αμέσως, εκτός των άλλων και με τα ακόλουθα μέσα: Σε όλες ανεξαιρέτως τις οργανώσεις-συνδικάτα, ενώσεις, κλπ. – πρώτα τις προλεταριακές και έπειτα τις μη προλεταριακές, των τάξεων που εργάζονται και υποφέρουν (είτε είναι πολιτικές, είτε επαγγελματικές, στρατιωτικές, συνεργατικές, σχολικές, αθλητικές, κλπ.)

πρέπει να σχηματιστούν όμιλοι ή πυρήνες κομμουνιστικοί, κατά προτίμηση φανερά, αλλά, αν είναι ανάγκη, κρυφά (πράγμα που γίνεται αναγκαίο κάθε φορά που υπάρχει φόβος να τεθούν εκτός νόμου και να φυλακιστούν τα μέλη τους), οι όμιλοι αυτοί, συνδεδεμένοι ο ένας με τον άλλο και συνδεδεμένοι με το κέντρο του Κόμματος, κάνοντας γνωστά ο ένας στον άλλο τα αποτελέσματα της πείρας τους,

ασχολούμενοι με την προπαγάνδα και την οργάνωση, προσαρμόζονται σ’ όλα τα επίπεδα της κοινωνικής ζωής, σε όλες τις μορφές και σε όλες τις υποδιαιρέσεις της εργαζόμενης μάζας και με την πολλαπλή τους εργασία μέλλουν να συντελέσουν στη μόρφωσή τους, στη μόρφωση του Κόμματος, της εργατικής τάξης και της μάζας. […]

Πρέπει να ξέρουμε να πλησιάζουμε τις μάζες με υπομονή και προφύλαξη, για να καταλάβουμε την ιδιαίτερη ψυχολογία κάθε υποδιαίρεσης, κάθε επαγγέλματος, κάθε ομάδας της μάζας αυτής».[2]

Επαναστατική τακτική και επανάσταση ως τέχνη

Ο Λένιν, εξηγώντας τη σχέση κομμουνιστών και συνδικάτων, υπογραμμίζει το γεγονός ότι τα συνδικάτα ήταν μια γιγάντια πρόοδος της εργατικής τάξης στο αρχικό στάδιο ανάπτυξης του καπιταλισμού, συνέβαλαν στο ξεπέρασμα του κατακερματισμού των εργατών και στη δημιουργία πρώτων στοιχείων ταξικής συνένωσης.

Όταν όμως άρχισε να αναπτύσσεται η ανώτατη μορφή ταξικής οργάνωσης και εργατών, το Κόμμα, τα συνδικάτα άρχισαν να δείχνουν αναπόφευκτα:

«…μερικά αντιδραστικά σημάδια, κάπου συντεχνιακή στενότητα, κάποια τάση προς την άρνηση της πολιτικής, κάποιο πνεύμα ρουτίνας κτλ. Πουθενά όμως στον κόσμο η ανάπτυξη του προλεταριάτου δεν έγινε και δεν μπορούσε να γίνει αλλιώς, παρά μόνο μέσω των συνδικάτων, με την αλληλεπίδραση των συνδικάτων και του Κόμματος της εργατικής τάξης.

Η κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας από το προλεταριάτο είναι ένα γιγάντιο βήμα προς τα μπρος του προλεταριάτου, σαν τάξης, και το Κόμμα είναι υποχρεωμένο να διαπαιδαγωγήσει ακόμα πιο πολύ και με καινούριο τρόπο, κι όχι μόνο με τον παλιό, τα συνδικάτα

κι ακόμη να τα καθοδηγεί και να μην ξεχνά παράλληλα ότι τα συνδικάτα μένουν και θα μείνουν πολύ καιρό το απαραίτητο «σχολείο του κομμουνισμού» και το προπαρασκευαστικό σχολείο για τους προλετάριους για να πραγματοποιήσουν τη δικτατορία τους…»[3]

Στις σημερινές συνθήκες, που σημαντικό μέρος των συνδικαλιστικών ηγεσιών είναι εξαγορασμένες και ενσωματωμένες στο σύστημα, ανίκανες ακόμη για τη συνεπή διεκδίκηση οικονομικών αιτημάτων της εργατικής τάξης, οι κομμουνιστές έρχονται σε σύγκρουση με αυτές της ηγεσίες, αποκαλύπτουν το ρόλο και το χαρακτήρα τους.

Συνδικάτο ΟΤΑ

Η δράση αυτή εξασφαλίζεται μέσω του ταξικού πόλου στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα στη χώρα μας, του ΠΑΜΕ.

Γίνεται όλο και πιο αναγκαίο η δουλειά στα συνδικάτα να συμβάλει στο ανέβασμα της συνείδησης των εργατών από το επίπεδο του οικονομικού αγώνα στο επίπεδο της επαναστατικής πολιτικής πάλης.

Για την επίτευξη αυτού του στόχου, πέρα από τη γενική πολιτική ζύμωση, οι κομμουνιστές προβάλλουν στόχους πάλης που συνιστούν ένα συνεκτικό διεκδικητικό πλαίσιο, έρχονται σε σύγκρουση με την κερδοφορία του κεφαλαίου και αναδεικνύουν τα όρια του καπιταλιστικού συστήματος.

Ταυτόχρονα οι κομμουνιστές πρωτοστατούν στην ανάπτυξη της αλληλεγγύης και της κοινής δράσης ανάμεσα στα διάφορα τμήματα της εργατικής τάξης, ιδιαίτερα προς τους μετανάστες, τους ανέργους και τις γυναίκες.

Οι κομμουνιστές αντιπαρατίθενται με τα αστικά και οπορτουνιστικά ρεύματα στο συνδικαλιστικό κίνημα, το ρεφορμισμό και τον εργοδοτικό – κυβερνητικό συνδικαλισμό που μετατρέπει το συνδικαλιστικό κίνημα σε στήριγμα της κερδοφορίας των μονοπωλίων, αφού παραιτείται ακόμα και από την πάλη για στοιχειώδεις οικονομικές διεκδικήσεις.

Η συμμετοχή στο Αστικό Κοινοβούλιο

Ο Λένιν, γενικεύοντας την πείρα της Οκτωβριανής Επανάστασης του 1917, αλλά και του 1905, διατύπωσε την επαναστατική τακτική του Κόμματος απέναντι στο αστικό κοινοβούλιο.

Η συμμετοχή του Κόμματος στις αστικές εκλογές και η παρουσία στο κοινοβούλιο πρέπει να υπηρετούν την εξωκοινοβουλευτική του δράση, τη στρατηγική του:

«Η συμμετοχή στις βουλευτικές εκλογές και στην πάλη από το βήμα της βουλής είναι υποχρεωτική για το Κόμμα του επαναστατικού προλεταριάτου ακριβώς για να διαπαιδαγωγήσει τα καθυστερημένα στρώματα της τάξης του, ακριβώς για να ξυπνήσει και να διαφωτίσει τις καθυστερημένες, κακομοιριασμένες και αμόρφωτες μάζες του χωριού.

Όσο καιρό δεν θα έχετε τη δύναμη να διαλύσετε το αστικό κοινοβούλιο και οποιοδήποτε άλλο αντιδραστικό ίδρυμα άλλου τύπου, είστε υποχρεωμένοι να δουλεύετε μέσα σε αυτά ακριβώς γιατί εκεί μέσα υπάρχουν ακόμη εργάτες που τους έχουν αποβλακώσει οι παπάδες και η αποπνικτική ατμόσφαιρα των απομακρυσμένων χωριών».[4]

ΚΚΕ

Σκοπός της συμμετοχής των κομμουνιστών στις αστικές εκλογές και στο αστικό κοινοβούλιο είναι η αξιοποίησή τους για τις ανάγκες προπαγάνδας και ζύμωσης ενάντια στην εξουσία του κεφαλαίου, τις κυβερνήσεις και τα πολιτικά του κόμματα, καθώς και τα οπορτουνιστικά.

Η συμμετοχή των κομμουνιστών στο κοινοβούλιο δεν πρέπει να καλλιεργεί αυταπάτες για το ρόλο του, αλλά αντίθετα να τον αποκαλύπτει ως όργανο της εξουσίας του κεφαλαίου.

Για αυτό το λόγο και το 2ο Συνέδριο της ΚΔ προέτρεπε τα ΚΚ να θέτουν στο κοινοβούλιο όχι προτάσεις με κριτήριο την ψήφισή τους (δηλαδή προσαρμοσμένες στη ρεαλιστικότητα της καπιταλιστικής κερδοφορίας),

αλλά προτάσεις σε αντίθεση με τα συμφέροντα του κεφαλαίου, για αυτό και θα καταψηφίζονταν, επισημαίνοντας ότι οι κομμουνιστές βουλευτές δεν είναι νομοθέτες αλλά προπαγανδιστές.

Έτσι το ΚΚΕ έχει καταθέσει μια σειρά προτάσεις νόμων που αποδεικνύουν ότι το αστικό κοινοβούλιο ούτε μπορεί ούτε θέλει να πάρει μέτρα υπέρ της εργατικής τάξης.

Σε καμία όμως περίπτωση το Κόμμα δεν πρέπει να περιορίζει την ταξική πάλη στα πλαίσια του κοινοβουλευτισμού ή πολύ περισσότερο να θεωρεί την πάλη μέσα στη βουλή σαν την ανώτατη, την αποφασιστική μορφή πάλης, στην οποία υποτάσσονται οι άλλες, γιατί όποιος υποστηρίζει κάτι τέτοιο, σημαίνει ότι:

«Περνά στην πραγματικότητα με το μέρος της αστικής τάξης ενάντια στο προλεταριάτο».[5]

Για το ζήτημα της συμμετοχής ή της αποχής από τις αστικές εκλογές, σε περιόδους επαναστατικής κατάστασης, ο Λένιν γράφει:

«Ο αντικειμενικός συσχετισμός των τάξεων, ο ρόλος τους (οικονομικός και πολιτικός) έξω από τα αντιπροσωπευτικά σώματα του δοσμένου τύπου και μέσα σε αυτά, το φούντωμα ή η ύφεση της επανάστασης, ο συσχετισμός των εξωκοινοβουλευτικών και των κοινοβουλευτικών μέσων πάλης – αυτά είναι τα κυριότερα,

τα βασικά αντικειμενικά στοιχεία, που πρέπει να παρθούν υπόψη για να καταλήξουμε στην τακτική της αποχής ή της συμμετοχής όχι αυθαίρετα, όχι ανάλογα με τις «συμπάθειές» μας, αλλά κρίνοντας μαρξιστικά».[6]

Β. Η Επανάσταση ως Τέχνη – Η ικανότητα εναλλαγής των μορφών πάλης

Επαναστατική τακτική και επανάσταση ως τέχνηΔεν αρκεί το ΚΚ να έχει μόνο ένα επαναστατικό πρόγραμμα και μια επαναστατική τακτική για την προετοιμασία της επανάστασης.

Ακόμα δεν αρκεί ούτε η έγκαιρη αντικειμενική εκτίμηση της ύπαρξης επαναστατικής κατάστασης, της στάθμης του υποκειμενικού παράγοντα, του συσχετισμού των δυνάμεων στο εσωτερικό της χώρας, αλλά και διεθνώς.

Χρειάζεται επιστημονική γνώση των νομοτελειών και η τέχνη για την πραγματοποίηση της αποφασιστικής εξέγερσης.

Ο Λένιν σημείωνε ότι οι κομμουνιστές οφείλουν να αντιμετωπίζουν την εξέγερση ως τέχνη.

Σε κάθε φάση του αγώνα το ΚΚ οφείλει να επιλέγει τις κατάλληλες μορφές πάλης.

Πολύ περισσότερο σε επαναστατικές συνθήκες πρέπει να αποκτάει την ικανότητα εναλλαγής μορφών και μεθόδων πάλης, ανάλογα με τις συγκεκριμένες συνθήκες, με στόχο την επιτυχή έκβαση της εξέγερσης.

Το πέρασμα στην ανώτερη μορφή πάλης, την ένοπλη, είναι αναπόφευκτο στα πλαίσια της εξέγερσης.

Σε μη επαναστατικές συνθήκες τα ΚΚ δε χρησιμοποιούν ένοπλες μορφές πάλης, όμως δεν περιορίζονται μόνο σε νόμιμες μορφές.

Οι μορφές πάλης πρέπει να ανταποκρίνονται στο επίπεδο της πάλης. Η όξυνση της ταξικής πάλης πρέπει αντικειμενικά να συνοδεύεται από πιο ανεβασμένες μορφές.

Ο Λένιν στο έργο του «Ο Παρτιζάνικος πόλεμος» ασχολήθηκε ιδιαίτερα με την αναγκαιότητα το Κόμμα να κατέχει την τέχνη της εναλλαγής των διαφορετικών μορφών πάλης και την ικανότητα να προετοιμάζει την εργατική τάξη σε αυτή:

«Ποιες βασικές απαιτήσεις πρέπει να προβάλει κάθε μαρξιστής κατά την εξέταση του ζητήματος των μορφών πάλης; Πρώτο, ο μαρξισμός διαφέρει από όλες τις πρωτόγονες μορφές σοσιαλισμού κατά το ότι δεν δεσμεύει το κίνημα με μια οποιαδήποτε καθορισμένη μορφή πάλης.

Παραδέχεται τις πιο διαφορετικές μορφές πάλης, όμως δεν τις «επινοεί», αλλά μόνο γενικεύει, οργανώνει, προσδίνει συνειδητότητα σε εκείνες τις μορφές πάλης των επαναστατικών τάξεων που εμφανίζονται μόνες τους στην πορεία του κινήματος.

Ο μαρξισμός που αναμφισβήτητα είναι εχθρός κάθε αφηρημένης διατύπωσης, κάθε δογματικής συνταγής, απαιτεί να μελετάμε προσεκτικά τη διεξαγόμενη μαζική πάλη, που με την ανάπτυξη του κινήματος, με το ανέβασμα της συνειδητότητας των μαζών, με την όξυνση των οικονομικών και πολιτικών κρίσεων γεννά συνεχώς όλο και νέους, όλο και πιο ποικίλους τρόπους άμυνας και επίθεσης. Για αυτό ο μαρξισμός δεν απορρίπτει καμιά μορφή πάλης. […]

Δεύτερο, ο μαρξισμός απαιτεί αναμφισβήτητα την ιστορική εξέταση του ζητήματος των μορφών πάλης. […]

Στις διαφορετικές στιγμές της οικονομικής εξέλιξης, σε εξάρτηση από τους διαφορετικούς όρους πολιτικούς, εθνικοπολιτιστικούς, βιοτικούς, κλπ., οι διαφορετικές μορφές πάλης προωθούνται στην πρώτη γραμμή, γίνονται οι κύριες μορφές πάλης, και σε συνάρτηση με αυτό, αλλάζουν με τη σειρά τους και οι δευτερεύουσες οι επικουρικές μορφές πάλης».[7]

Επαναστατική τακτική και επανάσταση ως τέχνη
Επαναστατική τακτική και επανάσταση ως τέχνη

Αντλώντας διδάγματα από την Οκτωβριανή Επανάσταση, αλλά και την ένοπλη καταστολή των επαναστάσεων της Γερμανίας και της Ουγγαρίας, υπογράμμιζε το 1920 ότι:

«Η ιστορία έδειξε ότι χωρίς επαναστατική βία δεν μπορεί να επιτευχθεί νίκη. Χωρίς την επαναστατική βία που να στρέφεται ενάντια στους άμεσους εχθρούς των εργατών και των αγροτών, είναι αδύνατο να τσακιστεί η αντίσταση των εκμεταλλευτών αυτών».[8]

Το εύρος και οι μορφές της επαναστατικής βίας εξαρτώνται από το συσχετισμό δυνάμεων και κυρίως την αντίδραση της αστικής τάξης κατά τη σύγκρουση, τα μέσα που θα είναι σε θέση να αντιπαραθέσει, καθώς και το διεθνή συσχετισμό.

Είναι σίγουρο ότι η αστική τάξη μπορεί να «ανέχεται» την κομμουνιστική προπαγάνδα.

Σε καμία όμως περίπτωση δεν ανέχεται την πάλη για υλοποίηση των προγραμματικών στόχων του ΚΚ, που προϋποθέτει την ανατροπή της εξουσίας της.

Αυτό έχει αποδειχτεί σε όλη την ιστορία της επαναστατικής πάλης της εργατικής τάξης, από την Κομμούνα του Παρισίου μέχρι σήμερα.

Σήμερα η αντικομμουνιστική επίθεση εστιάζει στο γενικό αφορισμό της βίας, της επαναστατικής πάλης, της πάλης για την ανατροπή της αστικής εξουσίας.

Μια σειρά οπορτουνιστές επίσης υποστηρίζουν ότι πέρασε η εποχή των επαναστάσεων, με την έννοια της ανατροπής της αστικής εξουσίας.[…]

Επαναστατική τακτική και επανάσταση ως τέχνη – Η ένοπλη εξέγερση

Η ένοπλη εξέγερση είναι η πιο κρίσιμη και αποφασιστική στιγμή στην πορεία της επαναστατικής πάλης.

Στην αφετηρία της επαναστατικής διαδικασίας είναι αδύνατο να γνωρίζει το Κόμμα εκ των προτέρων και με ακρίβεια χιλιοστού ολόκληρη την πορεία, τις μορφές οργάνωσης και πάλης, την τελική κορύφωση και έκβαση της επανάστασης.

Όμως αυτό που κρίνει την επαναστατικότητά του, τον ίδιο το χαρακτήρα του, είναι η ικανότητά του να προετοιμάζεται το ίδιο και η εργατική τάξη για την ένοπλη σύγκρουση.

Επαναστατική τακτική και επανάσταση ως τέχνη

Η ένοπλη εξέγερση βασίζεται σε επεξεργασμένο στρατιωτικό σχέδιο ως κορυφαία εκδήλωση του εμφυλίου πολέμου.

Αποτελεί δηλαδή συνέχιση της ταξικής πάλης με ένοπλο τρόπο.

Ο στόχος της εξέγερσης δεν μπορεί να είναι άλλος από την κατάληψη της εξουσίας και διέπεται από αρχές για την επιτυχή έκβαση:

«Η ένοπλη όμως εξέγερση είναι ένα ιδιαίτερο είδος πολιτικού αγώνα, που υπάγεται σε ιδιαίτερους νόμους, νόμους που πρέπει να τους μελετήσει κανείς προσεκτικά. Την αλήθεια αυτή τη διατύπωσε εξαιρετικά ανάγλυφα ο Καρλ Μαρξ, που έγραφε ότι η «ένοπλη εξέγερση, όπως και ο πόλεμος είναι τέχνη».

Από τους κύριους κανόνες αυτής της τέχνης, ο Μαρξ τόνισε τους εξής:

1) Ποτέ να μην παίξουμε με την εξέγερση, μα από τη στιγμή που θα την αρχίσουμε να είμαστε απόλυτα βέβαιοι πως πρέπει να τραβήξουμε ως το τέλος.

2) Να πραγματοποιούμε μεγάλη υπεροχή δυνάμεων στο αποφασιστικό σημείο και στην αποφασιστική στιγμή, γιατί διαφορετικά ο εχθρός που έχει καλύτερη προετοιμασία και οργάνωση, θα εξοντώσει τους εξεγερμένους.

3) Από τη στιγμή που θα έχει αρχίσει η εξέγερση, πρέπει να δρούμε με τη μεγαλύτερη αποφασιστικότητα και απαραίτητα, οπωσδήποτε, να περνάμε στην επίθεση.

«Η άμυνα είναι ο θάνατος της ένοπλης εξέγερσης».

4) Να προσπαθούμε να αιφνιδιάσουμε τον εχθρό, να συλλάβουμε τη στιγμή που τα στρατεύματά του θα είναι ακόμη σκόρπια.

5) Να προσπαθούμε να έχουμε καθημερινά, έστω και μικρές επιτυχίες (μπορούμε να πούμε: κάθε ώρα, αν πρόκειται για πόλη), διατηρώντας με κάθε θυσία την «ηθική υπεροχή».

Ο Μαρξ συνόψισε τα διδάγματα όλων των επαναστάσεων σχετικά με την ένοπλη εξέγερση με τα λόγια του Νταντόν, «του μεγαλύτερου αριστοτέχνη της επαναστατικής τακτικής που γνώρισε η ιστορία: τόλμη και πάλι τόλμη»…».[9]

Επαναστατική τακτική και επανάσταση ως τέχνη

Μπολσεβίκοι

Συνοψίζοντας την πείρα από την Οκτωβριανή Επανάσταση, ο Λένιν σημείωνε για τη σημασία της στρατιωτικής προετοιμασίας και της σωστής αξιοποίησης των νομοτελειών της εξέγερσης:

«Οι μπολσεβίκοι είχαν με το μέρος τους όχι μόνο την πλειοψηφία του προλεταριάτου, όχι μόνο την ατσαλωμένη μέσα στη μακρόχρονη και πεισματική πάλη ενάντια στον οπορτουνισμό επαναστατική πρωτοπορία του προλεταριάτου.

Είχαν αν επιτρέπεται να χρησιμοποιήσουμε τη στρατιωτική ορολογία, μια «δύναμη κρούσης» στις πρωτεύουσες.

Να έχεις στην αποφασιστική στιγμή στο αποφασιστικό σημείο συντριπτική υπεροχή δυνάμεων – αυτός ο «νόμος» των πολεμικών επιτυχιών είναι επίσης νόμος και της πολιτικής επιτυχίας, ιδίως σε ένα τέτοιο σκληρό, έντονο πόλεμο των τάξεων, που λέγεται επανάσταση».[10]

Η ιστορική πείρα του ΚΚΕ επιβεβαιώνει αυτές τις αρχές.

Η ταλάντευση στον ένοπλο αγώνα, ο οποίος αποτελεί μορφή πάλης για την επίτευξη του στρατηγικού στόχου του Κόμματος, οδηγεί συνήθως σε ταλάντευση ως προς τον ίδιο το στόχο.

Είναι χαρακτηριστικό το παράδειγμα της πείρας του Δεκέμβρη του 1944.

Το Κόμμα είχε αποδεχτεί απαράδεκτους συμβιβασμούς, έχοντας αυταπάτες για τη στάση της αστικής τάξης και του ιμπεριαλισμού, υποκύπτοντας σε πιέσεις των συμμάχων του, όπως οι συμφωνίες της Καζέρτας και του Λιβάνου.

Έτσι η στρατιωτική δράση του ΕΛΑΣ στη μάχη της Αθήνας δεν ακολούθησε τους παραπάνω κανόνες, με αποτέλεσμα να ηττηθεί από τις αποφασισμένες αστικές δυνάμεις με τη στήριξη των Άγγλων.

Δεκεμβριανά

Η ένοπλη σύγκρουση δεν πήρε χαρακτηριστικά πάλης για την εξουσία, κάτι που επιβεβαιώθηκε και με την επαίσχυντη συμφωνία της Βάρκιζας.

Ολοκληρώνεται με το 4ο Μέρος

Σημειώσεις:

[1]. Η Κομμουνιστική Διεθνής, 2ο Συνέδριο, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 54.
[2]. Στο ίδιο, σελ. 54-55.
[3]. Β. Ι. Λένιν: «Άπαντα», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», τ. 41, σελ. 33-34.
[4]. Στο ίδιο, σελ. 42.
[5]. Στο ίδιο, τ. 40, σελ. 21.
[6]. Στο ίδιο, τ. 34, σελ. 259-260.
[7]. Στο ίδιο, τ. 14, σελ. 1-2.
[8]. Στο ίδιο, τ. 40, σελ. 117.
[9]. Στο ίδιο, τ. 34, σελ. 382-383.
[10]. Στο ίδιο, τ. 40, σελ. 6.

Άρθρο της Ιδεολογικής Επιτροπής της ΚΕ του ΚΚΕ

Πηγή: ΚΟΜΕΠ, Τεύχος 4 του 2009

Print Friendly, PDF & Email
(Visited 169 times, 1 visits today)
Back2Top